Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Ξημερώνοντας η Τρίτη.....

Στο σπίτι το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Οι γέροντες ήταν καθισμένοι στον κήπο και τους περίμεναν.
«Καταλαβαίνεις Χριστόφορε, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Όσο να ΄ναι, νοιώθουμε υπεύθυνοι για σας. Σας έχουμε σαν εγγόνια μας, αλλά και ο πατέρας σας μας εμπιστεύτηκε» έλεγε ο μπαρμπα Νικόλας.
«Καλέ τι είναι αυτό;» έκανε τρομαγμένη η μαμά -Όλγα και σταυροκοπήθηκε.
«Αυτός είναι ο καλός μου φίλος ο Γαυγάκιος» σύστησε το κυώνι ο Χριστόφορος με το αφοπλιστικότερο χαμόγελο που διέθετε «Θα μου τον προσέχεις;»
Τα λόγια βρήκαν το στόχο τους. Το ζητούσε ο αγαπημένος της. Η γερόντισσα ξεθάρρεψε και πλησίασε «Είναι ομορφούλης. Μου φαίνεται όμως νηστικός» και αποφασιστικά τον πήρε στην αγκαλιά της και τράβηξε προς την κουζίνα. Το κυώνι πάλι σα να κατάλαβε τη ζεστασιά της αγκαλιάς, κούρνιασε σε αυτή και τρία ζευγάρια μάτια στράφηκαν με προσμονή στο πρόσωπο εκείνης.

Όταν η μαμά Όλγα χάθηκε στην κουζίνα της ο Χριστόφορος στράφηκε στον μπαρμπα Νικόλα. «Μπαρμπα Νικόλα γνωρίζεις όλους τους ψαράδες της περιοχής, έτσι;»
Παραξενεύτηκε ο γέροντας «Και βέβαια! Δεν είμαστε και πολλοί. Μόνο κάτι νεαρούς ξενομερίτες δεν ξέρω. Τι θες;»
«Μια πληροφορία. Πόσο πρωί μπορείς να τους πάρεις τηλέφωνο;»
Ο γέροντας συγχύστηκε «Τι τηλέφωνο παιδάκι μου; Σάμπως δε μαζευόμαστε κάθε πρωί χαράματα στου κυρ –Μηνά το καφενεδάκι και τα λέμε πίνοντας το καφεδάκι μας;»
«Ναι αλλά εγώ έξι η ώρα το πρωί θέλω νέα σου.»
«Έξι η ώρα θα τα χεις. Τι ζητάς όμως;».
Ο Χριστόφορος κοίταξε προς την πόρτα της κουζίνας κι έσκυψε συνωμοτικά « Αν βρέθηκε κανένα κορίτσι στην παραλία, τότε που βρήκες κι εμένα. Μην το μάθει όμως η κυρούλα σου!»
Του γέροντα τα μάτια στένεψαν. Κοίταζε πότε το Χριστόφορο και πότε τον Νέστορα.
«Μη βάζεις κακό στο νου σου. Σε παρακαλώ. Και μη ρωτήσεις τίποτα άλλο.»
«Καλά» αναστέναξε ο γέροντας «αν και θα το ήξερα. Αλλά θα ρωτήσω… Χριστόφορε…..είσαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελες να μιλήσεις με κάποιον;».
Ο Χριστόφορος τέντωσε το κορμί του και πήρε εκείνο το περήφανο, επιβλητικό ύφος που τον χαρακτήριζε σε στιγμές αμφισβήτησης. «Εμπιστέψου με» είπε απλά, χωρίς παρακάλια αυτή τη φορά και στράφηκε να φύγει.
Ο Νέστορας τον ακολούθησε.

Ο μπαρμπα – Νικόλας έμεινε στον κήπο. Δε νύσταζε. Ποτέ του δεν είχε αγαπήσει τον ύπνο και τα γερατειά τον είχαν λιγοστέψει ακόμη περισσότερο. Ήταν ανήσυχος. Γνώριζε καλά τον Χριστόφορο. Ήταν περισσότερο άντρας και λιγότερο παιδί. Δεν μπορούσε να έχει κάνει κάτι κακό. Τα χθεσινά ήταν παράξενα και τούτο πάλι σήμερα….
«Τι σκέπτεσαι;» τον διέκοψε η γυναίκα του που κάθισε πλάι του.
«Ίσως γεράσαμε πολύ, γυναίκα» απάντησε εκείνος «ίσως πια ο κόσμος μας έβαλε στην άκρη.»
Εκείνη χαμογέλασε. Τον ήξερε τόσα χρόνια τώρα. Ήταν αναποφάσιστος. Και ο λόγος δεν ήταν άλλος από τα χθεσινά του Χριστόφορου.
«Δεν θα της πω» αποφάσισε εκείνος κοιτάζοντάς την με τρυφερότητα. «Θα μοιρολογάει όλο το βράδυ.. Δε θα της πω». Φόρεσε το σακάκι που εκείνη του είχε ρίξει απαλά στους ώμους.
«Άντε σύρε κοιμήσου. Ξημερώνει. Και το πρωί έχεις τόσα να κάνεις…»

Σε κάποιο άλλο μέρος της γης, άλλα δυο όντα νοιάζονταν γι αυτά που συνέβαιναν στο Χριστόφορο. «Αρμάο!!!» ούρλιαξε μια φωνή «πού ξεχάστηκες πάλι!!»
Ο Αρμάος ακούστηκε τρομοκρατημένος «Εδώ, εδώ! Τι επιθυμεί η εξοχότητά σας;;»
«Ετοιμάσου! Το λαγωνικό βγαίνει για κυνήγι. Τσακίσου να πας, τώρα αμέσως. Θα παρακολουθείς αυτό το απαίσιο πλάσμα συνέχεια. Μου κόστισε πολύ ακριβά η γέννησή του. Κάποτε όμως θα μου το ξεπληρώσει και με το παραπάνω!!». Ακολούθησε ο συνηθισμένος χείμαρρος από κατάρες κι απειλές που συνόδευαν κάθε φορά το όνομα Χριστόφορος με την επωδό «Με κατάστρεψε, αλλά θα το πληρώσει!!»
«Και ποιες είναι οι εντολές σας;» τόλμησε να ρωτήσει ο Αρμάος.
«Τίποτα. Απλά ακολούθησέ τον. Θα τον βοηθήσουμε όσο χρειάζεται. Κι όταν το βρει, ε τότε ο Θεός να τον λυπηθεί! Του ετοιμάζω το τέλος που του αξίζει… Κι αυτόν και τους καινούριους του φίλους, εκείνους τους ανόητους Ιώνιους. Φύγε τώρα! Πάρε αεροπλάνο.»
Ο Αρμάος γέλασε με πίκρα. «Πάρε αεροπλάνο…»
«Αρμάο, ακούω τι σκέφτεσαι!» ακούστηκε απειλητική η φωνή. «Θυμάσαι τι μπορώ να σου κάνω αν θυμώσω αληθινά μαζί σου»
Ο Αρμάος ανατρίχιασε και λούφαξε.
Σχεδόν διασκεδάζοντας η φωνή συνέχισε «και φαντάσου τι θα σου κάνω αν αποτύχεις….»

Στις τέσσερις και κάτι ο μπαρμπα Νικόλας ήταν στο πόδι. Πέρασε από τον φίλο του τον κυρ-Λάμπρο, σπουδαίο ναυτικό στα νιάτα του και ήπιαν το καφεδάκι τους, ώσπου να σηκωθεί λίγο ο ήλιος. Ήταν φίλοι απ’ όταν παλικαράκια δούλευαν στο ψαράδικο του δικού του παππού. Μετά εκείνος έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο. Όταν απόστασε και τα χόρτασε όλα, ήρθε και άραξε ξανά στα χώματα του τόπου του, πλάι στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε. Του είπε όσα χρειάζονταν και ανοίχτηκαν να ψάξουν με τη βάρκα. Στις έξι ήταν ξανά στο σπίτι καθισμένος στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει ο Χριστόφορος.