Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Αφροδίτη....

Ο Αρμάος ανάπνευσε βαθιά. Βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χριστόφορου. «Όλοι κοιμούνται!» σκέφτηκε. Βολεύτηκε στη βεράντα του σπιτιού. «Μεγάλη ευτυχία να είσαι άνθρωπος (ή και Ιώνιος στον τόπο σου – άκουσε μια μυστική φωνή μέσα του που την απόδιωξε όμως αμέσως). Τρως, κοιμάσαι, ζεις». Ενώ εκείνος;
«Αρμάο!!» άκουσε τη φωνή του αφεντικού. «Πάλι λουφάρεις!!»
«Πέστε μου η εξοχότητά σας.» τινάχτηκε σαν ελατήριο ο δύστυχος Ιώνιος.
«Βρες το παιδί. Πανάθεμά τον, δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό του. Ο Νέστορας όμως μου είπε ότι αύριο φεύγουν για Δελφούς! Να μπεις στο ελικόπτερο. Και …δούλεψε. Εσύ θα μου φέρνεις νέα, όχι εγώ σε σένα! Αν μου είσαι άχρηστος θα σκεφτώ αν θα σε στείλω στη χρονοδίνη ή στις Ερινύες !!».

Ο Αρμάος ανατρίχιασε! Οι Ερινύες ήταν ένα είδος αιώνιων σαρκοβόρων πτηνών που τρέφονταν από τους εξόριστους στις αστρικές δύνες. Ακολουθούσαν θαρρείς έναν ορισμένο κύκλο και σε τακτά χρονικά διαστήματα περνούσαν και κατασπάρασσαν το σώμα τους – σε όποια μορφή κι αν ήταν αυτό! Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το αφεντικό τον είχε στείλει μια φορά να παρακολουθήσει μια τέτοια σκηνή και ο Αρμάος ένοιωσε τα σωθικά του να ξεριζώνονται και μόνο που το έβλεπε. Ώσπου να ξαναγυρίσουν οι Ερινύες, το σώμα του κατάδικου είχε αποκατασταθεί και το μαρτύριο ξανάρχιζε. Το αφεντικό του είχε πει ότι όσο περνούσε ο καιρός η διαδικασία επιταχύνονταν και οι Ερινύες έρχονταν όλο και πιο συχνά.

«Πρόσεχε καλά Αρμάο! Αν αποτύχεις αυτή τη φορά, δεν θα υπάρχει έλεος για σένα!! Λοιπόν, εγώ μπορώ να ακούω, όχι όμως και να επηρεάζω τα παιδιά. Προσπάθησε εσύ.»
Ο Αρμάος όρμησε να βρει το αγόρι. Έψαξε δυο φορές όλο το σπίτι, αλλά Χριστόφορο δε βρήκε! «Μην πανικοβάλλεσαι! Ο Νέστορας είναι εδώ. Θα έρθει κι εκείνος. Και σταμάτα να νομίζεις ότι το αφεντικό κάθεται όλη την ώρα και ακούει εσένα! Έχει κι άλλες δουλειές να κάνει!» Σταμάτησε για λίγο και περίμενε με κομμένη την ανάσα. Πράγματι, η άγρια, ουδέτερη και γυμνή από κάθε χροιά φωνή του αφεντικού δεν ακούστηκε.
Ο Αρμάος ένοιωσε ανακούφιση. Θα έπαιρνε έναν υπνάκο στη βεράντα. Ακόμη και τα αερικά κουράζονται! Γιατί ο Αρμάος δεν είχε σώμα. Ήταν φάντασμα, αέρας, διάφανος. Δεν έπιανε τίποτα, δεν έτρωγε τίποτα. Ήταν αέρας και ζούσε από τον αέρα. Και θα ήταν έτσι για πάντα. Δεν υπήρχε ηλικία γι αυτόν, δεν υπήρχε θάνατος. Το μόνο κακό ήταν ότι ένοιωθε το σώμα του και ότι εκείνο πάλι ένοιωθε κάθε πόνο και μάλιστα σε μεγαλύτερη ένταση από τότε που ήταν ένας κανονικός Ιώνιος. Αν κοβόταν με μαχαίρι για παράδειγμα, δεν έτρεχε αίμα, αλλά η πληγή τον πονούσε και τον βασάνιζε πολύ. Και το αφεντικό του το εκμεταλλεύονταν αυτό συχνά και με πολλούς τρόπους. Ναι, ο Αρμάος ήταν ο πέμπτος επιζήσας, εκείνος που η κα Μπικίνι είχε πει ότι δεν μπόρεσε να πάρει ξανά το σώμα του. Εκείνο που η κα Μπικίνι δεν ήξερε ήταν ότι ο ταλαίπωρος Αρμάος ήταν σκλάβος του σωματικού πόνου, χωρίς καν σώμα…

Ο Χριστόφορος έσκυψε καλύτερα πάνω από το νερό για να ξεχωρίσει την εικόνα. «Η νεράιδα παίζει μαζί μου» αστειεύτηκε στον εαυτό του το αγόρι. Αλλά πάλι ήταν σίγουρος γι αυτό που έβλεπαν τα μάτια του! Πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του στο μέρος που υπολόγισε ότι θα ήταν το κεφάλι. Με έκπληξη άγγιξε τα μαλλιά που καθρεφτίζονταν χρυσαφένια στο νερό. Κοιτώντας πάντα στην υδάτινη επιφάνεια, μη μπορώντας να δει το πρωτότυπο γύρισε το κεφάλι έτσι, ώστε να φανεί το πρόσωπο.
«Αφροδίτη!!» φώναξε. Το όμορφο πρόσωπο της κοπέλας ήταν ταλαιπωρημένο. «Αφροδίτη!» ξανάπε το αγόρι πιο σιγά αυτή τη φορά. Ακούμπησε το κεφάλι της απαλά στην άμμο κι έτρεξε να φέρει το μπουκαλάκι με το νερό. Σταγόνα - σταγόνα της δρόσισε τα ξερά χείλη της, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για ό,τι έκανε. Ο Γαυγάκιος είχε δεχτεί κάθε τι γήινο. Αλλά εκείνον τον βρήκε στην ίδια κατάσταση με αυτή που τον είχε αφήσει εκεί, ενώ το κορίτσι…το κορίτσι ήταν αόρατο!
«Χριστόφορε!» η αδύναμη φωνή της τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κοίταξε στο νερό και είδε τα κατάμαυρα μάτια της να τον κοιτάζουν με αγωνία. «Φοβάμαι πολύ!» ψιθύρισε με δυσκολία.
Ο Χριστόφορος προσπάθησε να τη σηκώσει. Το κορίτσι ήταν ελαφρύ – όσο όμως κι εκεί - παρατήρησε με έκπληξη ο Χριστόφορος.
«Δεν είμαι Ιώνια» άκουσε την Αφροδίτη. «Άργησες. Σε απορρόφησαν τα γήινα και δε με άκουγες. Ακόμη κι ο Γαυγάκιος σου το είπε».
Ο Χριστόφορος ένοιωσε τύψεις.
Το κορίτσι τώρα μπόρεσε να καθίσει. Ήταν καλά, αλλά πολύ αδύναμη. «Πάλευα» μπόρεσε μόνο να πει.
Ο Χριστόφορος κατάλαβε πως η Αφροδίτη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει ξανά. «Μείνε εδώ. Θα φέρω μία βάρκα..»
Εκείνη έγνεψε θετικά και του χαμογέλασε – χωρίς να ξέρει πως εκείνος δεν μπορούσε να τη δει.. «Γιατί δε με κοιτούσε, αλλά είχε τα μάτια του στραμμένα στο νερό;» σκεπτόταν καθώς τον έβλεπε να φεύγει. Βεβαιώθηκε ότι φορούσε την πλεχτή φόρμα της πατρίδας της. Θυμόταν ότι τα συμβατικά ρούχα του Χριστόφορου και των Ιώνων δεν άντεχαν σε τέτοιες μεταφορές… Όλα καλά λοιπόν. Θα περίμενε. Είχε τόσα να μεταφέρει στο Χριστόφορο. Και τίποτα δεν ήταν ευχάριστο…

Όλα έγιναν γρήγορα. Η μαμά Όλγα, η μόνη που δεν κοιμόταν, άκουσε το αγόρι να ανεβαίνει και φώναξε από την κουζίνα «Έλα σου έχω στο τραπέζι ζεστό μουσακά!».
«Σε λίγο» απάντησε λαχανιασμένο το αγόρι κι άφησε την Αφροδίτη στο κρεβάτι.
«Πρόσεχε Χριστόφορε. Χτύπησα.» παραπονέθηκε εκείνη.
«Συγγνώμη, δεν υπολόγισα καλά..»
Και τότε η Αφροδίτη κατάλαβε το λόγο. Ήταν αόρατη!! Το κορίτσι αν και αδύναμο πετάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλό της την κοίταξε ξαφνιασμένο και ταλαιπωρημένο «Μα… να ΄μαι!».
«Το ξέρω απάντησε εκείνος. Σε είδα κι εγώ στο νερό».
Το κορίτσι ανάπνευσε «Τουλάχιστον δεν είμαι αερικό. Είμαι σκιά..».
Ο Χριστόφορος κατέβηκε στην κουζίνα και πήρε το φαγητό στο δωμάτιό του. «Λοιπόν, λίγη ελληνική τροφή; Προειδοποιώ ότι έχει και κρέας».
Η Αφροδίτη ήταν αποφασισμένη για όλα. «Εξάλλου ξέρω πως δεν θα πεθάνω από φαγητό..» είπε μισοαστεία – μισοσοβαρά, δοκιμάζοντας μία μικρή μπουκίτσα.
«Ευτυχώς που γίνεται και η τροφή σκιά» γέλασε ο Χριστόφορος «φοβόμουνα ότι θα την βλέπω να κατεβαίνει στο στομάχι σου»
Τα δυο παιδιά γέλασαν. Το κορίτσι αισθάνονταν ήδη πολύ καλύτερα.

Ο Αρμάος άκουσε φωνές και ξύπνησε. Ένα αγόρι ερχόταν και κρατούσε κάτι. Δε βιάστηκε να πλησιάσει. Άφησε το Χριστόφορο να μπει στο δωμάτιο και κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα. «Μια σκιά!» ψιθύρισε. Γύρισε και αθόρυβα βγήκε έξω στο δρόμο. «Αφεντικό!» κάλεσε «Αφεντικό!! Νέα!!»
Η φωνή ακούστηκε βραχνή «Λέγε και να αξίζει τον κόπο»
Ο Αρμάος είπε θριαμβευτικά «Είναι εδώ μια σκιά. Όχι Ιώνια. Μάλλον έποικος.»
Η φωνή ακούστηκε αγριεμένη «Κι εκείνος ο άχρηστος γιατί δεν επικοινώνησε μαζί μου; Μόνο αξιώματα θέλει; Εσύ να προσέχεις. Αυτή είναι επικίνδυνη. Αν σε καταλάβει, εξουδετέρωσέ την» και η συζήτηση τέλειωσε. Το …αφεντικό βιαζόταν……

Ο Χριστόφορος είδε ότι το κορίτσι ήταν πια καλά. «Πες μου πώς βρεθήκατε εδώ εσύ και ο Γαυγάκιος;»
Τα μάτια της Αφροδίτης σοβάρεψαν. «Ήξερα τον τρόπο που θα φεύγατε. Ο βαρκάρης κι εγώ ήμαστε παλιοί γνώριμοι.. Όλοι οι βαρκάρηδες στο πέρασμα κατάγονται από τη δική μου φυλή. Είναι κάτι σαν κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Ίσως γι αυτό το λόγο γνωρίζουμε όλοι πώς θα πεθάνουμε. Στην αρχή δεν ήθελε να με πάρει. Του θύμισα όμως κάποια δικά μας, τον απείλησα. Μου τόνισε πως δεν μπορούσε να εγγυηθεί τίποτα – ούτε καν επιστροφή. Δεν τρόμαξα. Ήθελα να έρθω. Εκείνος μου είπε για τη στολή που φοράω. Δεν έπρεπε να με δείτε. Έτσι κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του. Ο Γαυγάκιος με ακολούθησε. Όταν ακούστηκαν τα βήματά σας τον κοίμισα για να μην μας αποκαλύψει…».
Ο Χριστόφορος τόλμησε την ερώτηση «Και η Φοίβη;»
Το κορίτσι τον κοίταξε στα μάτια «Η Φοίβη δεν μπόρεσε να περάσει, Χριστόφορε, αλλά ούτε πίσω γύρισε».
«Θεέ μου!» τρόμαξε το αγόρι.
«Παγιδεύτηκε στο χωροχρόνο». Η Αφροδίτη κούνησε το κεφάλι της «Πώς να το πω, είναι φυλακισμένη σε έναν ανύπαρκτο χώρο και χρόνο. Ο Αχέροντας είχε διαταγή να περιμένει να δει τι θα γίνει. Για σένα η πορεία ήταν ομαλή. Σε άφησε στην παραλία, όταν έσπαζε η χρονοκαθυστέρηση. Μπορούσα λίγο να αισθανθώ τι γινόταν. Το κορμί σου τινάχτηκε πάνω από τα κύματα κι έπεσες στην άμμο. Τρόμαξα μην πνιγείς. Δεν έπρεπε όμως να μιλήσω. Ήταν η σειρά της Φοίβης. Μόλις εκείνη βγήκε από τη βάρκα, χάλασε ο κόσμος. Παρουσιάστηκε ένα χάσμα, …ένα πώς να το περιγράψω ένα τίποτα. Και την κατάπιε. Έμειναν τα μάτια της παγωμένα από τον τρόμο να με κοιτάνε, χωρίς να το ξέρει καν. Τότε ο Γαυγάκιος που τον ξύπνησε η φασαρία, πετάχτηκε έξω από τη βάρκα κι άρχισε να κολυμπά. Μετά τον έχασα.
Ο Αχέροντας έπρεπε να στείλει μήνυμα ότι κάτι πήγε στραβά. Οι Αχέροντες δεν μιλάνε. Σήκωσε το μαύρο πανωφόρι του και το κράτησε πάνω από το κεφάλι για λίγο. Άκουσα τη φωνή του Σεβάσμιου και πετάχτηκα έξω. Δε φοβόμουν. «Θα πάω εγώ» «Δεν μπορείς…» απάντησε. Θα σε ρουφήξει η χρονοδίνη» «Όχι. Θα τα καταφέρω.». Ο Σεβάσμιος φάνηκε να διστάζει, αλλά δεν είχε κι άλλη επιλογή. «Βοήθα το Χριστόφορο και φέρε πίσω το φυλαχτό» είπε μόνο. Τότε άκουσα βαθιά, μυστικά μέσα μου τη φωνή της κας Μπικίνι. «Αφροδίτη… πες στο Χριστόφορο ότι η Φοίβη θα αντέξει το πολύ έξι γήινες μέρες. Αν γυρίσεις με το φυλαχτό, εκείνο θα τη φέρει πίσω. Αλλιώς, η Φοίβη θα γίνει ένα αστέρι που θα λάμπει πάντα στο διάστημα… Καταλαβαίνεις…».

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

ΤΡΙΤΗ: Η Σπηλιά της Νεράιδας

«Αχ με ξέχασες μπαρμπα – Νικόλα» φώναξε το αγόρι που κατέβηκε βιαστικά στον κήπο. Η ώρα ήταν έξι κι ένα λεπτό.
Εκείνος άπλωσε το χέρι του: «Αυτό. Τίποτα περισσότερο.» Στα δάχτυλά του κρέμονταν ένα γαλάζιο μεταξωτό μαντήλι.
Ο Χριστόφορος αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την έκπληξή του. «Το μαντήλι μου εκεί!!». Θα πρέπει μάλλον να φώναξε γιατί πετάχτηκαν από την κουζίνα όλοι: ο Νέστορας με ένα ποτήρι γάλα, η μαμά Όλγα με αλεύρι στα χέρια και ο Γαυγάκιος που έστειλε ανήσυχος τα κεφάλια του σε 3 διαφορετικές κατευθύνσεις. «Αργήσαμε» αρκέστηκε να πει το αγόρι. «Η Αθηνά θα περιμένει..». Η μαμά –Όλγα βιάστηκε να ξαναμπεί στην κουζίνα και ο Νέστορας να τελειώσει το γάλα του. «Σ’ ευχαριστώ» είπε μέσα από την καρδιά του ο Χριστόφορος στο γέροντα και συνέχισε δένοντας το μαντήλι στον καρπό του «να είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει τίποτα να ανησυχείς…»

Ο Νέστορας τον περίμενε ήδη στην εξώπορτα με δυο τσουρεκάκια στα χέρια «Για το δρόμο..» είπε δίνοντας το ένα στον αδερφό του. Ο Γαυγάκιος ακολουθούσε μπουκωμένος κουνώντας τη φιδίσια ουρά του. «Πολύ γρήγορα προσαρμόστηκε σε όλα αυτός…» σχολίασε ο Νέστορας.
Το πρωινό ήταν υπέροχο. Παρά τον λαμπερό ήλιο που αυτή την ώρα φλέρταρε ακόμη με τη θάλασσα, βάφοντάς τη χρυσαφιά, η νυχτερινή δροσιά δεν είχε υποχωρήσει εντελώς.

Το αυτοκίνητο της Αθηνάς περίμενε ήδη στη στροφή. «Τι θα γίνει με εσάς; Συνέχεια θα αργείτε; Καλημέρα Γαυγάκιε!».

Ο Χριστόφορος ήταν ανήσυχος. Είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος και οι ελπίδες να βρει το κορίτσι ήταν μάλλον ελάχιστες. Αν δε γινόταν τίποτα και σήμερα θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη Φοίβη και να αρχίσει να ψάχνει για το φυλαχτό. Οι μέρες είχαν γίνει εικοσιοκτώ. Οι έλικες άρχισαν να γυρίζουν και τα παιδιά έπαψαν να μιλούν. Ο Γαυγάκιος μαζεύτηκε σε ένα καλάθι. Η καινούρια εμπειρία του ήταν πολύ ευχάριστη.
«Λοιπόν η γη του πάει πολύ!» παρατήρησε ο Νέστορας.

Το ελικόπτερο σηκώθηκε ψηλά και ύστερα έπιασε την παραλία από την αρχή της. Βάρκες που είχαν ανοιχτεί στα βαθιά και πρωινοί κολυμβητές τους χαιρετούσαν. Ήταν ακόμη πολύ πρωί και η παραλία δεν είχε ζωντανέψει. Η αναζήτηση κράτησε πάνω από τρεις ώρες, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. Ο πιλότος σήκωσε το ελικόπτερο ψηλά. Έπρεπε να επιστρέψουν. Ο Χριστόφορος δεν έκρυβε τη στενοχώρια του. Δεν θα έψαχνε άλλο το κορίτσι. Θα έπρεπε να σκεφτεί το πού θα έβρισκε το φυλαχτό, αλλά και κάτι άλλο ακόμη πιο δύσκολο: το πώς θα το έστελνε σε εκείνους…

Ο Αρμάος βρισκόταν πια στην Αθήνα. Τον διασκέδαζε πάντα να πετάει με αεροπλάνο. Ιδιαίτερα, γιατί περνούσε απαρατήρητος από όλους τους ελέγχους. Τον ευχαριστούσε να κοροϊδεύει κι αυτός τους γήινους με τον τρόπο του. Βέβαια αν το ανακάλυπτε το αφεντικό, θα του στερούσε κι αυτή τη χαρά. Είχε νεύρα τώρα τελευταία, πολλά νεύρα. Έφτανε μάλλον η παράξενη εκείνη ώρα. Άρχισε να συμβαίνει από τότε στον Όλυμπο. «Και τώρα το καράβι..» είπε σχεδόν δυνατά, τόσο που τρόμαξε και ο ίδιος. «Θα ανεβούμε ωραία και καλά και θα κατέβουμε στο λιμάνι..»

Τα παιδιά καθόταν τώρα στον κήπο της Αθηνάς. «Και τώρα;» έθεσε την ερώτηση ο Νέστορας.
Ο Χριστόφορος άδειασε το ποτήρι με την παγωμένη βυσσινάδα και πήρε την γνωστή επιβλητική του στάση. «Αθηνά, σε χρειαζόμαστε, εσένα και το ελικόπτερό σου. Αν πάλι δεν μπορείς ή δεν θέλεις να μπεις σε αυτό το παιχνίδι, το καταλαβαίνω. Είναι δύσκολο κι επικίνδυνο.»
Η Αθηνά σηκώθηκε και βημάτιζε πάνω – κάτω. «Είμαι μαζί σου. Και για το ελικόπτερο θα το κανονίσω. Απλά Χριστόφορε, το σκέφτηκες καλά αυτό που ξεκινάς; Μήπως θα έπρεπε να ξέρει και κάποιος δικός σου την όλη ιστορία;».
«Ποιος Αθηνά;» είπε χωρίς να κρύβει κάποια πίκρα ο νέος. «Ο πατέρας μου; Ακόμη και το θείο Σάιμον δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ. Ακόμη, αν τον μπλέξω; Αν βάλω τη ζωή του σε κίνδυνο; Μήπως γι αυτό το λόγο δε διστάζω και για σένα τώρα;»
«Για μένα δεν ανησυχεί τελικά κανένας!» είπε ο Νέστορας που έκανε το ζογκλέρ με ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό τόση ώρα.
«Γαυγάκιε δάγκωσέ τον!» Το κυώνι που μόλις είχε ανακαλύψει τις γάτες και τις χαρές που προσφέρει το κυνήγι τους, γάβγισε άγρια στον Νέστορα.
«Νάτος θυμήθηκε πώς να γαβγίζει..» κορόιδεψε ο Νέστορας «Και να φανταστείς ότι τον είπαμε Γαυγάκιο γιατί εκεί πάντα γάβγιζε.»
Ο Χριστόφορος σκέφτηκε ότι απέφευγε πάντα να ονομάσει την κατασκήνωση. Ο Νέστορας όμως είχε καταφέρει να απαλύνει την ατμόσφαιρα.
Η Αθηνά είχε αποφασίσει. «ΟΚ! Εμείς λοιπόν. Έπειτα είναι και ο κύριος Σταύρος. Είναι πιλότος, αλλά και σωματοφύλακάς μας – ο τέταρτος της παρέας. Θα πρέπει να του πούμε κάτι. Τόσα όμως όσα χρειάζεται. Ο μπαμπάς θα μάθει όλα όσα του πούμε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο..».
Ο Χριστόφορος μετά από τη συμφωνία πήρε φωτιά. «Δυστυχώς ξέρουμε ελάχιστα. Θα ξεκινήσουμε από τους Δελφούς. Αν σταθούμε τυχεροί θα βρούμε κάποιο στοιχείο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι οι πιθανότητες να έχει σωθεί ένα τέτοιο χάλκινο φυλαχτό είναι μάλλον περιορισμένες. Αλλά, αν δεν προσπαθήσω Αθηνά, θα είναι σα να τους σκοτώνω εγώ.»

«Σας ζητάνε από Ελλάδα κύριε καθηγητά» η Ματίλντε διέκοψε τον Σάιμον από τη μελέτη ενός εγκωμίου στον Ικτίνο. Χωρίς να σταματήσει το διάβασμα εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο. Τα λόγια από την άλλη άκρη του τηλεφώνου, τον έκαναν να αφήσει το διάβασμα, να βγάλει τα γυαλιά του και να πεταχτεί όρθιος. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο κάλεσε τη γραμματέα του «Ματίλντε, κλείσε εισιτήριο για Αθήνα με την πρώτη πτήση που θα βρεις….» κι έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του. Η Ματίλντε δεν μπόρεσε να καταλάβει αν ο καθηγητής ήταν ανήσυχος ή απλά ενθουσιασμένος. Σήκωσε τους ώμους της και άρχισε να ψάχνει για εισιτήριο.

«Μένει να φτιάξουμε μια ιστορία πιστευτή για τους δικούς μας. Μην ξεχνάς, εγώ ζητάω και ελικόπτερο αγκαζέ!» αστειεύτηκε η Αθηνά. Η περιπέτεια είχε ήδη ξεκινήσει για την παρέα.
Ο Χριστόφορος για λίγο σκέφτηκε τη Φοίβη «Θα ήταν κι εκείνη ανάμεσά μας. Ίσως λίγο αμήχανη και ντροπαλή… έξω από τα νερά της». Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να συνεχίσει τις σκέψεις του αυτές. Τέντωσε το κορμί του και με πείσμα που φαινόταν μόνο στο σαγόνι του είπε «Πρέπει να τα καταφέρουμε. Προτείνω να πούμε σχεδόν την αλήθεια: ότι δηλαδή ψάχνουμε για ένα φυλαχτό που ανήκε σε κάποιο πρόγονό μου. Εξάλλου, μόνο τώρα το καλοκαίρι έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάτι τέτοιο. Κι επειδή δεν θέλουμε να αναλώνουμε χρόνο σε καράβια και άλλα αργά μεταφορικά μέσα, μας πρότεινες το ελικόπτερο. Νομίζεις πως θα έχει αντίρρηση ο πατέρας σου;».
«Αντίθετα, θα με επιβραβεύσει κιόλας. Ξέρεις πόσο του αρέσουν αυτά και πόσες ώρες περνάει με το θείο σου!»
Ο Χριστόφορος φάνηκε να ανησυχεί για μια στιγμή «Είναι βέβαια τα καύσιμα και τα υπόλοιπα έξοδα».
Το κορίτσι βιάστηκε να τον καθησυχάσει. «Τα βρίσκουμε αργότερα αυτά….» κι έτρεξε στο τηλέφωνο. Η συνομιλία ήταν σύντομη. Ο πατέρας της ήταν πολυάσχολος και συνήθιζε να αποφασίζει μάλλον γρήγορα. «Να ενημερώσεις το Σταύρο για να φτιάξει το πρόγραμμά του» τόνισε. «Και να με πάρει ένα τηλέφωνο».

Το Σταύρο τον εμπιστεύονταν ο εφοπλιστής και ο Σταύρος πάλι το ήξερε. Τρεις έφηβοι στους Δελφούς για να βρουν ένα αρχαίο κειμήλιο… Ο Σταύρος έπρεπε να υπολογίσει όλα τα πιθανά σενάρια. Παλιός αξιωματικός της αεροπορίας, έμπειρος στην οργάνωση αποστολών, αποστρατεύτηκε για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί. Γνωρίστηκε με τον πατέρα της Αθηνάς τυχαία, αλλά γρήγορα έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Εκείνος του εμπιστεύτηκε ό,τι πολυτιμότερο υπήρχε για αυτόν στον κόσμο: την οικογένειά του. Ο Σταύρος αφοσιωμένος πάντα στο καθήκον, δεν απόχτησε ποτέ δική του οικογένεια. Την Αθηνά τη γνώρισε μωρό – τριών μηνών. Δέθηκε όμως μαζί της τότε που ενός έτους την είχαν απαγάγει και ζητούσαν ένα τεράστιο ποσό για να μην τη σκοτώσουν. Ο πατέρας της τρελαμένος από την αγωνία επέμενε να τα δώσουν. Ο Σταύρος πάλι έλεγε πως έτσι υπέγραφαν την καταδίκη της. Πήγε μόνος του στο ραντεβού. Γύρισε με το κορίτσι και μια σφαίρα στο δεξί του μπράτσο. Τα υπόλοιπα τα κανόνισε ο εφοπλιστής. Από τότε ο Σταύρος έβλεπε το κορίτσι. να μεγαλώνει και χαίρονταν σα να ήταν δικό του παιδί.

Πριν καλά – καλά φτάσουν τα αγόρια στο σπίτι, το κινητό του Νέστορα τους έφερε τα νέα. Η πτήση είχε οριστεί για την επόμενη το πρωί στις 7:00. Να περνούσαν να τους έπαιρναν στις 6:30; «Ναι!» έσφιξε τη γροθιά του ο Χριστόφορος.
«Νέστορα πάμε για μια βουτιά στη θάλασσα και δροσεροί – δροσεροί να βουτήξουμε μετά στο Internet;» Το αγόρι όμως ήταν μάλλον κουρασμένο. Προτίμησε να φάει και να κοιμηθεί. Ο Χριστόφορος βρίσκονταν σε υπερένταση. «Μη με ψάξεις!» είπε δίνοντας ένα πεταχτό φιλί στην μαμά Όλγα. «Θα πάω για μπάνιο στη Σπηλιά της Νεράιδας. Θα γυρίσω όμως νωρίς…»

Δύσκολα πλησίαζε κανείς στη σπηλιά. Το δρομάκι στενό και δύσβατο σε πολλά σημεία ακολουθούσε το χείλος του γκρεμού. Όσοι ήθελαν να κολυμπήσουν στη σπηλιά, πήγαιναν για σιγουριά με βάρκα μέχρις ένα σημείο, αλλά μετά έπρεπε να κολυμπήσουν ως εκεί. Πέρα από αυτούς τους δυο τρόπους δεν υπήρχε σημείο προσέγγισης. Ο Χριστόφορος ανέβαινε από το μονοπάτι. Ήταν από τα πιο ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού κι αυτό του έδινε τη σιγουριά ότι θα ήταν ο μόνος που θα απολάμβανε τα μυστήρια της σπηλιάς. Το τελευταίο σημείο ήταν το πιο δύσκολο. Ένα κομμάτι ξηράς το είχαν πάρει τα κύματα κάποιο χειμώνα. Έτσι τώρα έπρεπε να πιαστεί κανείς από τα πάνω βράχια και να κρεμαστεί από τα χέρια του. Αυτό έκανε κι ο Χριστόφορος. Στη συνέχεια με ένα σάλτο απέφυγε τα κοφτερά βράχια που ξεπρόβαλαν στα νερά από κάτω του και πάτησε τη μαλακή άμμο.

Τον τύλιξε μια ψυχρή ηρεμία. Τα νερά ήσυχα και γαλαζοπράσινα έστελναν το φως τους στο πέτρινο θόλο. Η αμμουδιά ήταν μικρή, όσο άφηνε κάθε χρόνο ο χειμώνας για να αποσταίνουν τα χειμωνιάτικα πουλιά. Ήταν όμως απαλή και χρυσαφένια και χάιδευε τα πόδια του Χριστόφορου. Η μουσική από το ΜΡ3 του αν και πολύ χαμηλή δημιουργούσε αντίλαλους πολλούς και διαφορετικούς, που έμοιαζαν να έρχονται απ’ όλα τα σημεία της. Κάθισε στην άκρη του νερού, αφηρημένος. Τα δάχτυλά του παίδευαν τον σχεδόν ανύπαρκτο αφρό, έπιαναν λεία βότσαλα και τα πέταγαν με δύναμη ως έξω σχεδόν από τη σπηλιά. Έψαξε να βρει επίπεδες πετρούλες για να κάνει «ψαράκια». Με την πρώτη κατάφερε οκτώ. Απείχε πολύ από το ρεκόρ του! Κοίταξε καλύτερα για καταλληλότερες πέτρες.
Και τότε είδε κάτι πολύ παράξενο. Το νερό καθρέφτιζε μισοκρυμμένη στην άμμο, μια κοριτσίστικη φιγούρα. Αυτόματα σήκωσε τα μάτια του να αναζητήσει την κάτοχο του ειδώλου. Κανείς. Κι όμως το είδωλο ήταν πάντα εκεί, ξαπλωμένο κι ακίνητο, μισοκρυμμένο από την άμμο.

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Ξημερώνοντας η Τρίτη.....

Στο σπίτι το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Οι γέροντες ήταν καθισμένοι στον κήπο και τους περίμεναν.
«Καταλαβαίνεις Χριστόφορε, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Όσο να ΄ναι, νοιώθουμε υπεύθυνοι για σας. Σας έχουμε σαν εγγόνια μας, αλλά και ο πατέρας σας μας εμπιστεύτηκε» έλεγε ο μπαρμπα Νικόλας.
«Καλέ τι είναι αυτό;» έκανε τρομαγμένη η μαμά -Όλγα και σταυροκοπήθηκε.
«Αυτός είναι ο καλός μου φίλος ο Γαυγάκιος» σύστησε το κυώνι ο Χριστόφορος με το αφοπλιστικότερο χαμόγελο που διέθετε «Θα μου τον προσέχεις;»
Τα λόγια βρήκαν το στόχο τους. Το ζητούσε ο αγαπημένος της. Η γερόντισσα ξεθάρρεψε και πλησίασε «Είναι ομορφούλης. Μου φαίνεται όμως νηστικός» και αποφασιστικά τον πήρε στην αγκαλιά της και τράβηξε προς την κουζίνα. Το κυώνι πάλι σα να κατάλαβε τη ζεστασιά της αγκαλιάς, κούρνιασε σε αυτή και τρία ζευγάρια μάτια στράφηκαν με προσμονή στο πρόσωπο εκείνης.

Όταν η μαμά Όλγα χάθηκε στην κουζίνα της ο Χριστόφορος στράφηκε στον μπαρμπα Νικόλα. «Μπαρμπα Νικόλα γνωρίζεις όλους τους ψαράδες της περιοχής, έτσι;»
Παραξενεύτηκε ο γέροντας «Και βέβαια! Δεν είμαστε και πολλοί. Μόνο κάτι νεαρούς ξενομερίτες δεν ξέρω. Τι θες;»
«Μια πληροφορία. Πόσο πρωί μπορείς να τους πάρεις τηλέφωνο;»
Ο γέροντας συγχύστηκε «Τι τηλέφωνο παιδάκι μου; Σάμπως δε μαζευόμαστε κάθε πρωί χαράματα στου κυρ –Μηνά το καφενεδάκι και τα λέμε πίνοντας το καφεδάκι μας;»
«Ναι αλλά εγώ έξι η ώρα το πρωί θέλω νέα σου.»
«Έξι η ώρα θα τα χεις. Τι ζητάς όμως;».
Ο Χριστόφορος κοίταξε προς την πόρτα της κουζίνας κι έσκυψε συνωμοτικά « Αν βρέθηκε κανένα κορίτσι στην παραλία, τότε που βρήκες κι εμένα. Μην το μάθει όμως η κυρούλα σου!»
Του γέροντα τα μάτια στένεψαν. Κοίταζε πότε το Χριστόφορο και πότε τον Νέστορα.
«Μη βάζεις κακό στο νου σου. Σε παρακαλώ. Και μη ρωτήσεις τίποτα άλλο.»
«Καλά» αναστέναξε ο γέροντας «αν και θα το ήξερα. Αλλά θα ρωτήσω… Χριστόφορε…..είσαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελες να μιλήσεις με κάποιον;».
Ο Χριστόφορος τέντωσε το κορμί του και πήρε εκείνο το περήφανο, επιβλητικό ύφος που τον χαρακτήριζε σε στιγμές αμφισβήτησης. «Εμπιστέψου με» είπε απλά, χωρίς παρακάλια αυτή τη φορά και στράφηκε να φύγει.
Ο Νέστορας τον ακολούθησε.

Ο μπαρμπα – Νικόλας έμεινε στον κήπο. Δε νύσταζε. Ποτέ του δεν είχε αγαπήσει τον ύπνο και τα γερατειά τον είχαν λιγοστέψει ακόμη περισσότερο. Ήταν ανήσυχος. Γνώριζε καλά τον Χριστόφορο. Ήταν περισσότερο άντρας και λιγότερο παιδί. Δεν μπορούσε να έχει κάνει κάτι κακό. Τα χθεσινά ήταν παράξενα και τούτο πάλι σήμερα….
«Τι σκέπτεσαι;» τον διέκοψε η γυναίκα του που κάθισε πλάι του.
«Ίσως γεράσαμε πολύ, γυναίκα» απάντησε εκείνος «ίσως πια ο κόσμος μας έβαλε στην άκρη.»
Εκείνη χαμογέλασε. Τον ήξερε τόσα χρόνια τώρα. Ήταν αναποφάσιστος. Και ο λόγος δεν ήταν άλλος από τα χθεσινά του Χριστόφορου.
«Δεν θα της πω» αποφάσισε εκείνος κοιτάζοντάς την με τρυφερότητα. «Θα μοιρολογάει όλο το βράδυ.. Δε θα της πω». Φόρεσε το σακάκι που εκείνη του είχε ρίξει απαλά στους ώμους.
«Άντε σύρε κοιμήσου. Ξημερώνει. Και το πρωί έχεις τόσα να κάνεις…»

Σε κάποιο άλλο μέρος της γης, άλλα δυο όντα νοιάζονταν γι αυτά που συνέβαιναν στο Χριστόφορο. «Αρμάο!!!» ούρλιαξε μια φωνή «πού ξεχάστηκες πάλι!!»
Ο Αρμάος ακούστηκε τρομοκρατημένος «Εδώ, εδώ! Τι επιθυμεί η εξοχότητά σας;;»
«Ετοιμάσου! Το λαγωνικό βγαίνει για κυνήγι. Τσακίσου να πας, τώρα αμέσως. Θα παρακολουθείς αυτό το απαίσιο πλάσμα συνέχεια. Μου κόστισε πολύ ακριβά η γέννησή του. Κάποτε όμως θα μου το ξεπληρώσει και με το παραπάνω!!». Ακολούθησε ο συνηθισμένος χείμαρρος από κατάρες κι απειλές που συνόδευαν κάθε φορά το όνομα Χριστόφορος με την επωδό «Με κατάστρεψε, αλλά θα το πληρώσει!!»
«Και ποιες είναι οι εντολές σας;» τόλμησε να ρωτήσει ο Αρμάος.
«Τίποτα. Απλά ακολούθησέ τον. Θα τον βοηθήσουμε όσο χρειάζεται. Κι όταν το βρει, ε τότε ο Θεός να τον λυπηθεί! Του ετοιμάζω το τέλος που του αξίζει… Κι αυτόν και τους καινούριους του φίλους, εκείνους τους ανόητους Ιώνιους. Φύγε τώρα! Πάρε αεροπλάνο.»
Ο Αρμάος γέλασε με πίκρα. «Πάρε αεροπλάνο…»
«Αρμάο, ακούω τι σκέφτεσαι!» ακούστηκε απειλητική η φωνή. «Θυμάσαι τι μπορώ να σου κάνω αν θυμώσω αληθινά μαζί σου»
Ο Αρμάος ανατρίχιασε και λούφαξε.
Σχεδόν διασκεδάζοντας η φωνή συνέχισε «και φαντάσου τι θα σου κάνω αν αποτύχεις….»

Στις τέσσερις και κάτι ο μπαρμπα Νικόλας ήταν στο πόδι. Πέρασε από τον φίλο του τον κυρ-Λάμπρο, σπουδαίο ναυτικό στα νιάτα του και ήπιαν το καφεδάκι τους, ώσπου να σηκωθεί λίγο ο ήλιος. Ήταν φίλοι απ’ όταν παλικαράκια δούλευαν στο ψαράδικο του δικού του παππού. Μετά εκείνος έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο. Όταν απόστασε και τα χόρτασε όλα, ήρθε και άραξε ξανά στα χώματα του τόπου του, πλάι στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε. Του είπε όσα χρειάζονταν και ανοίχτηκαν να ψάξουν με τη βάρκα. Στις έξι ήταν ξανά στο σπίτι καθισμένος στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει ο Χριστόφορος.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Βράδυ Δευτέρας..........

Η Αθηνά τους περίμενε ανυπόμονη. Αυτή η κοπέλα είχε δύο στοιχεία που την ξεχώριζαν: τα καταγάλανα αμυγδαλωτά μάτια της, σπάνια για ελληνίδα με κατάμαυρα μαλλιά και τη μανία της με τη συνέπεια. «Είχαμε πει οχτώ και είναι οχτώ και δέκα..» ψευτομάλωσε τους Δουκάτους και τους φίλησε σταυρωτά, κατά το ελληνικό συνήθειο. «Τι έγινε με τα κινητά σας; Έπαιρνα όλη μέρα και μετά πήρα και τη μαμά Όλγα. Αφού δεν πήρατε, σκέφτηκα θα το ξέχασε η γερόντισσα και ξαναπήρα. Ευτυχώς απάντησε ο Νέστορας».
Ο Χριστόφορος μπήκε στον πειρασμό να της πει την ιστορία του, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. «Φαίνεται πως το χασα. Πες μας τα δικά σου. Τι ετοιμάζεις; Και, ξέρεις, οι μελανιές… ε.. απροσεξία!»

Η ώρα πέρασε μάλλον ευχάριστα τρώγοντας παγωτό σοκολάτα, κρέμα και μόκα με σιρόπι καραμέλα και σαντιγί. Η Αθηνά ήταν ικανότατη στο να διηγείται με τον πιο αστείο τρόπο τα πιο μικρά γεγονότα. Η παρέα μεγάλωνε και μίκραινε (σαν την Ύδρα – σκέφτηκε κάποια στιγμή ο Χριστόφορος κι ενοχλήθηκε από την ίδια του τη σκέψη) καθώς περνούσαν φίλοι και γνωστοί. Άρχιζε πάλι η γνωστή τελετουργία με τα σταυροφιλήματα και τις υποδοχές (λες κι έχουν χρόνια να βρεθούν ενώ ήταν πάλι μαζί μόλις το προηγούμενο βράδυ – όπως κορόιδευε ο Νέστορας) και ύστερα τα νέα του καθένα. Πέρασε ο Σταύρος και η Κατερίνα. Μετά η Ελευθερία και η Γεωργία, ο Σπυρίδωνας και η Στέλλα και κάποια στιγμή ο Χριστόφορος έχασε τον αριθμό. Κι όταν κάποιος άφηνε την παρέα, ο χαιρετισμός ήταν πάντα ο ίδιος «Στου Τζίμη κατά τις εντεκάμιση».
Για την καλοκαιρινή Ελλάδα αυτή ήταν η ώρα συνάντησης για έξοδο. Θαρρείς και τότε άρχιζε η παραλία να αποκτά ζωή και όλοι βιάζονταν να τη μοιραστούν. Ακόμη και οι μανάδες με τα καρότσια τότε αποφάσιζαν να βγάλουν τα μωρά τους στο σεργιάνι, να δροσιστούν, να παίξουν με τα πολύχρωμα φωτάκια και να κοιμηθούν αργότερα γλυκά στα καροτσάκια τους.

Στο τέλος έμειναν πάλι οι τρεις τους. «Πάμε να δούμε το φεγγάρι από τον μύλο του Αιγέα» πρότεινε η Αθηνά. Ο ψεύτικος μύλος ήταν το σύμβολο της παραλίας. Ήταν στημένος σε ένα βράχο που δέσποζε στο τέλος της παραλίας βαμμένος κατάλευκος με γαλάζια μπορντούρα. Ο βράχος έμοιαζε λίγο με το σημείο από όπου ο Αιγέας πήδησε στη θάλασσα όταν είδε το καράβι του γιου του να γυρίζει με μαύρο πανί από το Μινώταυρο. Γι αυτό και του έδωσαν το όνομα του βασιλιά. Το βράδυ ο φωτισμός του ήταν διακριτικότατος, σχεδόν ανύπαρκτος. Εκούσια άφηναν τα αστέρια και το φεγγάρι να τον φωτίζουν. Τα παιδιά έφτασαν στην άκρη του κι έμειναν εκεί να αποθαυμάζουν το ασήμι που το φεγγάρι σκόρπιζε απλόχερα στα κυματιστά νερά. Ήταν ένας ολοστρόγγυλος ασημένιος δίσκος που κυριαρχούσε στο γεμάτο αστέρια ουρανό κι έκανε τους ψαράδες να ξεκουράζονται στα σπίτια τους. «Μαγευτική νύχτα» είπε η Αθηνά γεμίζοντας τα πνευμόνια της με θαλασσινό αέρα.

Στην άλλη πλευρά του βράχου απλώνονταν μια μικρή αμμουδιά. Συχνά παρέες άναβαν φωτιές και κάθονταν τριγύρω παίζοντας κιθάρες και τραγουδώντας. Ήταν από εκεί που ακούστηκαν φωνές. Τη φασαρία συμπλήρωναν τα θορυβώδη γαυγίσματα σκύλων. Κάτι σκίρτησε μέσα στην καρδιά του Χριστόφορου. Αυτό το γαύγισμα του έφερνε ξανά αναμνήσεις. «Πάμε να δούμε..» είπε κι άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι. «Μην μπλέξουμε…» αντέδρασε ο Νέστορας που ήταν ακόμη επηρεασμένος από τη χθεσινή κατάσταση του Χριστόφορου. «Έλα» τον τράβηξε η Αθηνά. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Χριστόφορος ένα αγόρι που ανέβαινε. «Δε θα το πιστέψεις!!» γέλασε ο νέος κι έφυγε χωρίς να πει περισσότερα. Τα γαβγίσματα δυνάμωναν.

Ο Χριστόφορος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο περίεργο πλήθος. Σφηνωμένο στα βράχια, μουσκεμένο και κατατρομαγμένο ένα περίεργο τερατάκι έδειχνε τα δόντια του σε όλους όσους το πλησίαζαν. Τα μάτια του Χριστόφορου άνοιξαν διάπλατα. Με κόπο συγκρατήθηκε να μη φωνάξει.
«Ο Γαυγάκιος» τον αναγνώρισε ο Νέστορας που είχε φτάσει πλάι του.
«Ο…….ποιος;» ρώτησε μπερδεμένη η Αθηνά, βλέποντας κάτι που έμοιαζε με σκύλο, αλλά με τρία κεφάλια!

Το τερατάκι φάνηκε να χαίρεται που είδε τον Χριστόφορο. Το γαύγισμά του άλλαξε, έγινε ικετευτικό γρύλισμα. «Φίλε, αν το τέρας τούτο είναι δικό σου, προσπάθησε να το ξεσφηνώσεις. Το βρήκαμε το απόγευμα εκεί, αλλά πρέπει να έχει από το πρωί. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Το ταΐσαμε λίγο, αλλά όταν προσπαθούσαμε να το πιάσουμε χάλαγε τον κόσμο! Πού το πέτυχες με τρία κεφάλια!» Ο Χριστόφορος ελευθέρωσε το κυώνι που φώλιασε ήσυχο στην αγκαλιά του. Ευχαρίστησε τα παιδιά που ξαναγύριζαν στις παρέες τους. «Τι άλλο θα δούμε στις μέρες μας.» «Φταίνε οι μεταλλαγμένες τροφές, λέω εγώ!» «Μήπως ο αέρας που αναπνέουμε» «Και οι τρελές αγελάδες» Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το μικρό κυώνι και οι καταστροφές της εποχής θα κυριαρχούσαν στις παρέες αυτής της παραλίας, παρά το ασημένιο τάσι του φεγγαριού και την αστρόφωτη νύχτα..

Τα παιδιά ανέβηκαν ξανά στο βράχο και κάθισαν στο πεζούλι του μύλου. «Λοιπόν;» ζήτησε να μάθει η Αθηνά. Ο φίλος της ήταν φανερά και ασυνήθιστα ταραγμένος. Το κυώνι κουρασμένο είχε αποκοιμηθεί. Ο Χριστόφορος χαϊδεύοντάς το τρυφερά, κοίταξε το κορίτσι. Την ήξερε από μικρή την Αθηνά, την εμπιστευόταν απόλυτα. «Αθηνά, θυμάσαι τον Ιππόλυτο;» Το κορίτσι έγνεψε, χωρίς να μιλήσει. Από την αμμουδιά άρχισαν να ακούγονται ξανά οι πρώτες κιθάρες. Ο Χριστόφορος διηγήθηκε ξανά την περιπέτειά του όσο πιο σύντομα μπορούσε. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως όσα είχαν συμβεί δεν ήταν όνειρο, πως ο κίνδυνος για τους εκεί φίλους του ήταν υπαρκτός, πως ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Η Αθηνά κατάπληκτη, δεν τον διέκοψε καθόλου. Όσα άκουγε, ήταν πέρα από κάθε φαντασία. «Καταλαβαίνεις, έχασα ήδη μια μέρα. Θα πεθάνουν όλοι Αθηνά και θα φταίω εγώ. Ευτυχώς έχω περίπου ένα γήινο μήνα διορία..»

Τα παιδιά απόμειναν σιωπηλά. Στου Τζίμη η παρέα θα τους έψαχνε. Το Αιγαίο μπροστά τους φαινόταν τώρα απέραντο. Πού να αναζητούσαν το φυλαχτό; «Και η Φοίβη; Τι είχε απογίνει η Φοίβη;» ο Χριστόφορος πετάχτηκε επάνω. «Πρέπει να ψάξω για τη Φοίβη!»
«Να ψάξουμε για τη Φοίβη, Χριστόφορε!» είπαν τα άλλα δυο παιδιά με μια φωνή.
«Οι τρεις σωματοφύλακες!» ειρωνεύτηκε το αγόρι κι έδωσε ένα πεταχτό φιλί στον Γαυγάκιο. «Αυτός άραγε πώς βρέθηκε εδώ; Τι κρίμα που δεν μπορεί να μας το πει!!»

Η Αθηνά ήταν πρακτικός άνθρωπος και ακόμη ο πατέρας της αποτελούσε τη δύναμη του τόπου. Στην αρχή πήγαν στην τοπική Αστυνομία να ρωτήσουν αν βρέθηκε από το προηγούμενο βράδυ καμιά κοπέλα. Η απάντηση ήταν αρνητική. Κανένα περιστατικό δεν είχε αναφερθεί, όπως τους βεβαίωσε ο επικεφαλής της νυχτερινής βάρδιας.
«Τουλάχιστο τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω» συμπέρανε η Αθηνά όταν βγήκαν από το Τμήμα. «Θα μπορούσαμε ίσως να ρωτήσουμε για κανένα παράξενο νέο στα παραλιακά κέντρα. Οι μαγαζάτορες τα ξέρουν συνήθως όλα. Αρκεί να μην φερθούμε παράξενα… Αύριο το πρωί μπορούμε να οργανωθούμε καλύτερα. Θα βάλουμε τον μπαρμπα Νικόλα να ρωτήσει τους ψαράδες και θα πάρουμε το ελικόπτερο του μπαμπά να ψάξουμε.» Ο Χριστόφορος εκτίμησε τις ικανότητες της κοπέλας. Χαιρόταν που την είχε φίλη. «Λοιπόν, ας κάνουμε μια νυχτερινή εξόρμηση» πρότεινε και συνέχισε χαμογελώντας «Και ξέρετε, θα πάρω το κυώνι. Προσελκύει κόσμο…»

Στου Τζίμη δεν ήξεραν τίποτα. Τα παιδιά καληνύχτισαν κι έφυγαν. Όσο όμως κι αν προσπάθησαν, δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα νεότερο. «Είναι αργά» είπε αποφασιστικά ο Χριστόφορος «κι αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί. Η Φοίβη όπου κι αν είναι, σίγουρα κινδυνεύει – αν είναι ακόμη ζωντανή.»

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Το στόμα του ανέμου

Ο Ιππόλυτος ένοιωθε σχεδόν δυστυχισμένος. Η Ιαπωνία του 18ου αιώνα δεν ήταν η αδυναμία του. Αντίθετα, η Εστία είχε καταγοητευτεί Οι γκέισες της φάνηκαν εξωτικές. Πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε μία μαθητευόμενη με κατακόκκινο λουλουδάτο κιμονό που καθόταν στην άκρη μιας λιμνούλας με νούφαρα κι έπαιζε άρπα μέσα στο καταχείμωνο. Τα δάχτυλά της ήταν ματωμένα. Πού και πού εκείνη σταματούσε και τα βουτούσε μέσα στο παγωμένο νερό. Κι άρχιζε πάλι. Η Εστία δεν άντεξε και άπλωσε το χέρι να χαϊδέψει το περίτεχνα χτενισμένο κεφάλι. «Μη!!» πρόλαβε να ακούσει τη φωνή του ομαδάρχη και όλα χάθηκαν σε ένα πυκνό, μα πάρα πολύ πυκνό σκοτάδι…..

Η κα Μπικίνι άφησε το παιδί να ξεσπάσει. Όταν εκείνος ηρέμησε, συνέχισε « Εκείνος φαίνεται πως έζησε κι έμαθε. Το φυλαχτό είχε και το δίδυμό του. Το είχε η μάνα του Οδυσσέα που όταν πια απογοητεύτηκε ότι ο γιος της θα γύριζε, το πρόσφερε στο θεό Ποσειδώνα. Και το αυθεντικό φυλαχτό Χριστόφορε θα αναγνωρίσει μονάχα έναν απόγονο του Οδυσσέα, θα αναγνωρίσει μόνον εσένα … Γι αυτό σε χρειάζεται να του το πας. Να το βρεις και να του το πας. Εκείνος σε έστειλε εδώ παιδί μου. Φαίνεται πως σε γνωρίζει και γνωρίζει και το χαρακτήρα σου. Βλέπεις παιδί μου… τώρα το χρειαζόμαστε κι εμείς. Αυτός είναι ο λόγος που μας έφερε σε αυτή τη δύσκολη θέση, αυτός είναι ο λόγος που σε έφερε κοντά μας. Το σχέδιό του είναι καλοδουλεμένο και κρύβει πολλή υπομονή. Χριστόφορε, η αποστολή σου είναι δύσκολη. Χωρίς το φυλαχτό εμείς χανόμαστε, με το φυλαχτό κινδυνεύουμε όλοι, ακόμη κι εσύ…. Είναι πράγματι αδίστακτος…»

Ο Χριστόφορος αναπήδησε. Το μυαλό του πήγε στη μητριά του, το θείο Σάιμον, τον καθηγητή των αρχαίων ελληνικών που τόσο τον πίεζε με τα κτερίσματα και τα τάματα, τον πατέρα του… Ποιος από όλους λοιπόν;
Η Ιώνια συνέχιζε να μιλά «Σε έστειλε κι εμείς στην αρχή δεν ξέραμε πώς να σε στείλουμε πίσω ασφαλή. ΄Έπαιξε με τη δική μου ιστορία, τα συναισθήματά μας, εσένα. Προκάλεσε όλη αυτή την έλλειψη ενέργειας, μας οδήγησε στην άκρη της καταστροφής. Κι εμείς πια ξέραμε πως η μόνη σωτηρία ήσουν εσύ…Η απόφαση είναι δύσκολη. Ανήκεις όμως κάπως και σε μας…. Δεν σου κρύβω πως κινδυνεύεις πολύ. Θέλει το φυλαχτό όσο τίποτα, εσένα σε μισεί…..Και είναι πολύ δυνατός…»

Απόμειναν και οι δυο σιωπηλοί, χαμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. «Κι εκείνη τι απέγινε; Τι πιστεύετε εσείς γι αυτούς που χάνονται;» ρώτησε την αρχιομαδάρχισσα με ελπίδα.
Δεν πρόλαβε όμως να πάρει απάντηση. Ένα απειλητικό βουητό, σα να ξεκινούσε βαριά καταιγίδα ακούστηκε από μακριά. Σε λίγο όλα σκοτείνιασαν, ενώ η βοή γινόταν όλο και πιο δυνατή. «Κάτι κακό έγινε!!» πετάχτηκε πάνω η κα Μπικίνι. «Κάποιος παραβίασε την επαφή. Κάποιος χάνει διαρκώς ενέργεια!.» Η Ιώνια ανατρίχιασε «Παλεύει με το στόμα του ανέμου» Ο Χριστόφορος κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή η γυναίκα επικοινωνούσε με κάποιον από του ομαδάρχες. Το πρόσωπο της συσπάστηκε από τον πόνο. «Η Εστία» φώναξε «η Εστία παραλίγο να παραβιάσει το χρονοκέλυφος! Έχει παγιδευτεί ανάμεσα στους χρόνους!» Ο Χριστόφορος την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Εκείνη όμως δε στάθηκε να του εξηγήσει. «Έλα!» περισσότερο τον πρόσταξε «μόνο εσύ μπορείς να κάνεις κάτι».

Ο Χριστόφορος ένοιωσε πάλι εκείνο το αίσθημα της ξαφνικής μεταφοράς, όπου το κορμί του θαρρείς διαλυόταν και ταξίδευε με τον άνεμο. Δίπλα του, περισσότερο αισθανόταν παρά έβλεπε την Ελένη Μπικίνι. Τα μικροκασσιόπεια μεταφοράς φάνηκαν αιώνες. Πολύ σύντομα βρέθηκε να αποκτά ξανά την υπόστασή του σε ένα μέρος που του θύμιζε αμυδρά την παραδοσιακή Ιαπωνία, όπως την είχε δει σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, τότε που η ζωή του ήταν ακόμη φυσιολογική….. Απόρησε. Πώς προλάβαινε να τα σκέφτεται όλα αυτά;; Στο βάθος έβλεπε έναν τυφώνα –σκοτεινό και πολύ πολύ δυνατό. Τα πάντα γυρνούσαν με φοβερή ορμή. Αλλά είχε τυφώνες η Ιαπωνία; Και γιατί τα χρώματα είναι τόσο σκοτεινά; Τι χρώματα ήταν αυτά και τι ασημένιες λάμψεις τα διέκοπταν;

Και τότε το «στόμα του ανέμου» άνοιξε και την είδε. Είδε την Εστία εντελώς παραμορφωμένη στη δύνη αυτού του απίθανου τυφώνα. Στροβιλιζόταν ψηλά, ανεβοκατέβαινε, τα μέλη της πότε μάκραιναν και πότε παραμορφωνόταν. Ο Χριστόφορος δεν καταλάβαινε αν το ουρλιαχτό – απόκοσμο και απάνθρωπο – ήταν του ανέμου ή του κοριτσιού. Κανείς άλλος δεν φαινόταν εκεί γύρω ή έτσι τουλάχιστο νόμισε το αγόρι. Στην πραγματικότητα όλη αυτή την ώρα η κα Μπικίνι έδινε οδηγίες στην υπόλοιπη ομάδα και μιλούσε με τον Ορέστη. «Μα πού είναι όλοι τους;» αναρωτήθηκε το αγόρι. «Γιατί εγώ δεν τους βλέπω;;».
«Χριστόφορε, άσε τους άλλους. Εσύ θα σώσεις το κορίτσι!» Ο Χριστόφορος την κοίταξε με έκπληξη. «Αν και ο γήινος χρόνος δεν είναι ο δικός σου, η χρονοδίνη δε σε αγγίζει. Το έχω μελετήσει στο παρελθόν. Θα πρέπει να βρεις το θάρρος να μπεις στο στόμα του και να αρπάξεις το κορίτσι στο φως. Μη φοβηθείς από ό,τι κι αν συμβεί ή αν δεις. Μόνο τράβηξέ την με όλη σου τη δύναμη, νίκησε τον αντίπαλο – μπορείς!! Είσαι προορισμένος για Αργοναύτης! Μην το ξεχνάς!!» Τον κοίταξε έντονα με τα μεγάλα της μάτια. Για μια στιγμή στάθηκε αναποφάσιστος. Φαινόταν σχεδόν αδύνατο να βγει κάποιος απ’ αυτό το χαλασμό.

Ο Χριστόφορος όμως είχε μάθει να είναι αγωνιστής. Κι αν είχε ρισκάρει τη ζωή του για ένα κυώνι, πολύ λιγότερο θα σκεφτόταν να εγκαταλείψει την Εστία. Ασυναίσθητα έστειλε μια προσευχή στον ουρανό και χύθηκε μέσα στον τυφώνα. Ένοιωσε το τεράστιο στόμα του ανέμου να τον καταπίνει. Στην αρχή ζαλίστηκε. Δεν ξεχώριζε τίποτα και γύρω του πετούσαν αστέρια και κομήτες με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Φωνές ακούγονταν από κάθε αιώνα και σημείο του γαλαξία, φωτιές περασμένων αιώνων διαδέχονταν ανέμους και βροχές. Θαρρείς πως όλοι οι χρόνοι και οι εποχές, από τότε που έγινε η γη περνούσαν γύρω του. Τίποτα όμως δεν τον άγγιζε. Το κορμί του το ένοιωθε ελαφρύ, σχεδόν αέρινο. Το κοίταξε – κι όμως ήταν ολόκληρος εκεί!!

Η Εστία δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή νόμισε πως είδε τα μάτια της τρομαγμένα, αλλά σχεδόν αμέσως τα έχασε κι αυτά. Ένοιωσε απελπισία. Τι έπρεπε να κάνει; Η κα Μπικίνι και όλη η ομάδα αγωνιούσαν «Βιάσου Χριστόφορε. Θα την πάρει η δίνη, σαν εμένα…». «Θα την πάρει η δίνη» σκέφτηκε ο Χριστόφορος αποφεύγοντας με ένα ελιγμό μια αστρική καταιγίδα. «Πού είναι;; Πού είμαι; Αιωρούμαι στο πουθενά, σε ποιο χρόνο; Σε ποιο τόπο; Αφού δεν ξέρω τίποτα από τον παράξενο αυτό κόσμο!». Και τότε την αισθάνθηκε δίπλα του. Δεν την είδε – απλά άκουσε το ουρλιαχτό της που απόκοσμα τον καλούσε. Την άρπαξε κι έπεσε μέσα σε κάτι που έμοιαζε με γαλάζια λάσπη. Αγωνίστηκε να ξεκολλήσει, αλλά ήταν σαν κινούμενη άμμος που τον τραβούσε στα σπλάχνα της. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Το κορίτσι τον βάραινε. «Δεν πρέπει να την αφήσω…Δεν πρέπει…» Με υπεράνθρωπη δύναμη έριξε τον εαυτό του προς τα αριστερά, κλωτσώντας με τα πόδια του σα να κολυμπούσε. Δεν έβλεπε πια τίποτα. Ένας δυνατός άνεμος τον τράβηξε και τον πέταξε μέσα στο μάτι του τυφώνα – στο χωνί. Ένοιωσε να βυθίζεται σε ένα μοβ σκοτάδι, που έμοιαζε με το απόλυτο χάος. «Πρέπει να παλέψω» ούρλιαξε. Το χέρι του τον βάραινε πολύ πια. Ο αγώνας ήταν άνισος, αλλά κι αυτός δεν θα παραδινόταν έτσι εύκολα. «Θεέ μου, σώσε με!!» ψιθύρισε και με μια κίνηση που θύμιζε αετό που ζύγιαζε τα φτερά του, έκοψε το στρόβιλο στα δυο.

Τώρα βρέθηκε στο άπλετο φως, στον απόλυτο ήλιο. Ένοιωθε το κορμί του να λιώνει, τα μέλη του να χαλαρώνουν, ήθελε να κοιμηθεί – ήταν τόσο κουρασμένος!! Όχι! σκέφτηκε κι έκανε μια μικρή στροφή για να απομακρυνθεί από το πυρ. Το φως γινόταν πιο γλυκό, αλλά ήταν ακόμη πολύ έντονο. Τα μάτια του πονούσαν, αλλά το κορίτσι άρχισε να παίρνει μορφή στην αγκαλιά του. Το φως γέμισε σκιές. Ο Χριστόφορος προσπάθησε να κρατήσει τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά. Τον πονούσαν όλο και πιο πολύ και το κεφάλι του ήταν βαρύ σα σιδερένια σφαίρα.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Το δεύτερο κεφάλαιο



Ενδεικτικό κεφάλαιο του πρώτου μέρους
2
Μια παράξενη γέννηση στον Όλυμπο

Κι όμως ήταν παράξενη η ιστορία της γέννησης του Χριστόφορου και είχε ταράξει την περιοχή γύρω από το ορεινό απομονωμένο χωριό, που έγινε μάρτυρας παράξενων γεγονότων.

Ο Χριστόφορος είχε καταφέρει να μάθει κάτι από το θείο Σάιμον: για το θάνατο της μητέρας του κατά τη γέννησή του, για τον Όλυμπο και την παπαδιά που τον μεγάλωνε έξι μήνες. Στα γενέθλια για τα δώδεκά του χρόνια ζήτησε σα δώρο να πάει στο χωριό εκείνο και να δει τη γυναίκα που τον ανάστησε στην αρχή της ζωής του. Ο πατέρας του όμως είχε θυμώσει ακόμη και με τον Σάιμον που κάθισε και είπε στο παιδί όλες αυτές τις ανοησίες. Του απαγόρευσε οποιαδήποτε σχέση με τον Όλυμπο. Εκείνος πάλι βάλθηκε να ψάχνει. Η ιστορία της γέννησής του αν και είχε απασχολήσει αρχικά τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, είχε ξεχαστεί πολύ γρήγορα. Στην Ελλάδα οι θρύλοι και τα παραμύθια δεν αποτελούσαν ποτέ εξαιρετικό νέο. Από την άλλη, η Αμερική όπου μεγάλωνε ο Χριστόφορος ήταν πολύ μακριά και πολύ αδιάφορη για κάτι που έγινε σε μια μικρή και μακρινή χώρα.

Μόλις ένα χρόνο μετά, στα δεκατρία του, στις διακοπές του στην Ελλάδα, ο Χριστόφορος παράκουσε τον πατέρα του και παρέσυρε τον αδερφό του στον Όλυμπο. Ο μπαρμπα Νικόλας που τους συνόδεψε δεν αισθάνονταν καθόλου ένοχος.

«Όλοι πρέπει να ξέρουμε τις ρίζες μας. Είναι δική μας η γέννηση, δικός μας και ο θάνατος. Μόνον αυτά! Κανένας δεν έχει δικαίωμα να μας τα κόβει από την καρδιά μας» έλεγε και θύμωνε με τον Δουκάτο. Έτσι ο Χριστόφορος βρέθηκε σε εκείνο το μοιραίο τόπο. Κι αγκάλιασε τη γυναίκα που τον μεγάλωνε με το γάλα της. Κι έμαθε όσα εκείνη του είπε και όσα έλεγαν στο χωριό.

Από τότε, ο Χριστόφορος έφερνε πολλές φορές στο μυαλό του την ιστορία, ακριβώς όπως τη διηγήθηκε η καλή παπαδιά. Οι γονείς του, ένας αρρενωπός μελαχρινός άνδρας, ελληνοαμερικάνος επιστήμονας και η όμορφη Αμερικάνα γυναίκα του, που έμοιαζε με θεά του Ολύμπου και μιλούσε τα ελληνικά καλύτερα από τους ντόπιους, θα έρχονταν για τρίτη φορά στην αετοφωλιά ετούτη, την πατρίδα της ελληνικής μυθολογίας. Οι άνθρωποι του χωριού, απλοϊκοί οι ίδιοι, αγαπούσαν αυτό το λαμπερό ζευγάρι, που σκαρφάλωνε ψηλά στο Πάνθεον για να μιλήσει με τους θεούς του Ολύμπου. Η «κυρά», όπως αποκαλούσαν την Ανδρομάχη μπροστά της ή η «Πανώρια», όπως τη φώναζαν μυστικά, αν και είχε έρθει δυο φορές όλες κι όλες, ήξερε τους λιγοστούς κατοίκους με το μικρό τους όνομα. Ιδιαίτερα την αγαπούσαν τα παιδιά που τα φόρτωνε με καραμέλες και σοκολάτες, φερμένες ειδικά για κείνα από την Αμερική. Τα ήξερε όλα με το μικρό τους όνομα και εκείνα μπερδεύονταν και τη φώναζαν νονά ή νεράιδα. Τα κοριτσάκια μάλιστα είχαν ξεθαρρέψει και έδιναν παραγγελίες για κούκλες και κουκλόσπιτα, ενώ ο Γιωργάκης της κυρά Ξάνθως καθόταν στα πόδια της και της περιέγραφε το play station του αδερφού του, του Κώστα, που σα μεγαλύτερος δεν το άφηνε ούτε να το αγγίξει. Κι εκείνη υποσχόταν και δεν ξεχνούσε ποτέ. Εκείνος πάλι ήταν απόμακρος, αυστηρός κι ολιγομίλητος. Οι κουτσομπόλες του χωριού απορούσαν πώς αυτή η τόσο χαρούμενη κι ομιλητική κοπέλα είχε αποφασίσει να χαρίσει τη ζωή της σε ένα τόσο παγωμένο άνθρωπο. Αλλά όμως – ακόμη και η κυρά Κατίνα, η αρχικουτσομπόλα το αναγνώριζε- την αγαπούσε πιο πολύ κι από τη ζωή του και δεν την άφηνε ποτέ μόνη της, όταν εκείνη αποφάσιζε πως είχε έρθει η ώρα να σκαρφαλώσει στα αγαπημένα της λημέρια. Έπειτα η δικιά της ζεστασιά και ζωντάνια έφτανε και για τους δυο… Βέβαια, ο κυρ Κώστας ο έμπορας που κατέβαινε στη Λάρισα έλεγε πως κι εκείνος κάτι έψαχνε στον Όλυμπο, κάτι που είχε να κάνει με τα αστέρια και τους δρόμους του ουρανού, αλλά κανένας δεν καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε.

Φανατικοί ορειβάτες και οι δυο, δεν σταματούσαν μπροστά σε δυσκολίες του καιρού ή άλλα προβλήματα. Έτσι κι εκείνη τη χρονιά είχαν έρθει για να επιχειρήσουν την καθιερωμένη ανάβαση στον Όλυμπο, μέσα στο καταχείμωνο. Και ήταν δύσκολος χειμώνας. Το χιόνι ήταν πολύ και για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν οι παλιότεροι του χωριού, η θερμοκρασία έπεφτε τα βράδια πολύ κάτω από το μηδέν. Το ζευγάρι όμως φαινόταν αποφασισμένο. «Μην πας κόρη μου. Ξέρω, θα λες άδικο το ταξίδι, αλλά καλύτερα άδικο και σίγουρο. Πες πως ήρθες μέχρις εδώ για να μας δεις». Η «Πανώρια» χαμογέλασε μόνο, αλλά από το χαμόγελό της η παπαδιά κατάλαβε πως το μυαλό της πεντάμορφης ήταν ήδη πάνω στις κορυφές, στο Πάνθεον. Μόνο που η Ανδρομάχη αυτή τη φορά δεν ήταν μονάχη της, αλλά κουβαλούσε στην κοιλιά της ένα μωρό, εκείνον.

Το επόμενο πρωί το ζευγάρι ξεκίνησε. Οι γυναίκες σταυροκοπιόνταν με την ξεροκεφαλιά της ξένης και απορούσαν γιατί δεν τη μάλωνε ο άντρας της που έβαζε σε κίνδυνο το παιδί τους. Όπως και να το κάνεις, ήταν ο απόγονός του. Κανένας όμως δεν θα τολμούσε ποτέ να τον ρωτήσει ή ακόμη περισσότερο να τον συμβουλέψει. Ας τους φύλαγε ο Θεός….

Το πρωινό ήταν υπερβολικά ήσυχο, σχεδόν απειλητικό. Το τσουχτερό κρύο δεν το καταλάβαιναν παρά μόνον στην αναπνοή. Ο εξοπλισμός του ζευγαριού ήταν από τους καλύτερους και σίγουρα δε θα κινδύνευαν σε καμία περίπτωση από το κρύο. Έπειτα, την περιοχή η Ανδρομάχη την ήξερε πολύ καλά. Την πρώτη χρονιά είχαν οδηγό για να σκαρφαλώσουν στα βράχια του Ολύμπου. Μετά όμως εκείνη γνώριζε κάθε πέτρα και κάθε δρομάκι. Λες και την αναγνώριζαν ακόμη και τα αγριοκάτσικα και οι αετοί που φώλιαζαν στις κουφάλες των βράχων. Τους είχε δώσει και ονόματα: το κεφάλι του Δία, το λουτρό της Δανάης, ο θρόνος της Ήρας…

Το πρωινό θα είχε περάσει χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις. Η ανάβαση στο πλάτωμα ήταν σχετικά εύκολη και το χιόνι δεν έκρυβε εκπλήξεις τότε. Ήταν σίγουρη η παπαδιά.. Μετά το μεσημέρι όμως, ο καιρός χειροτέρεψε. Θα πρέπει να βρήκαν εύκολα την καλύβα του τρελού. Η παπαδιά την είχε συμβουλέψει την Ανδρομάχη να την αναζητήσει σε περίπτωση ανάγκης. Δεν ήταν μεγάλη, αλλά ήταν καλή κατασκευή και θα τους προστάτευε από τα στοιχεία της φύσης. Την έλεγαν έτσι γιατί την είχε φτιάξει κάποιος ξένος που μελέταγε τα αστέρια με μανία. Είχε έρθει – έλεγαν στο χωριό – από χώρα μακρινή, την Περσία ή την Αραβία, κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Για την καλύβα έφερε μηχανικό και χτίστες από την πόλη και επέβλεπε το στήσιμό της ο ίδιος. Την ήθελε ασφαλή, θα ζούσε εκεί έλεγε. Τον πρώτο καιρό κατέβαινε στο χωριό για να αγοράσει προμήθειες ή και να παραγγείλει εξοπλισμό που τον έφερνε ο ταχυδρόμος. Μα σαν περνούσε ο καιρός κατέβαινε όλο και πιο σπάνια στο χωριό. Οι βοσκοί τον έβλεπαν να τριγυρνάει στις βουνοκορφές με τα περίεργα όργανα στα χέρια και συχνά να μασουλά ρίζες ή αγριόχορτα. Πολλές φορές του άφηναν στην καλύβα τρόφιμα και ρούχα. Εκείνος όμως δεν νοιάζονταν και συχνά ούτε καν τους μιλούσε. Μετά χάθηκε μαζί με τα όργανα και τα βιβλία του. Στην καλύβα βρέθηκαν λιγοστά πράγματα και ένα γράμμα μισοτελειωμένο. Η καθηγήτρια που έκανε αγγλικά στα παιδιά είπε πως ήταν γραμμένο στα γερμανικά. Ήταν κάποια αναφορά σε αστρικούς συνδυασμούς και μετά πράγματα μπερδεμένα ακαταλαβίστικα, κάτι για επίσκεψη των αδελφών μας και τέτοια. Τέλειωνε λέγοντας πως είχε γνωρίσει την ελευθερία. Η παπαδιά δεν είχε σχολιάσει τίποτα, τέλειωσε όμως κάνοντας το σταυρό της. Η Ανδρομάχη την άκουγε με παράξενη προσοχή, τόνισε η παπαδιά στο Χριστόφορο. Το μόνο που ρώτησε ήταν το πότε έγινε αυτό, αλλά η γυναίκα δεν θυμόταν. Θα ήταν όμως κάμποσα χρόνια πριν, πέντε ή έξι.

Κι από εδώ και πέρα οι υποθέσεις έμπλεκαν με την πραγματικότητα. Η παπαδιά διηγήθηκε μόνο τα γεγονότα και ο Χριστόφορος απέφευγε πάντα να προσπαθήσει να συμπληρώσει τα κενά. Το θεωρούσε προσβολή στη μνήμη της. Ίσως κάποτε ο πατέρας του να του τα διηγιόταν.
Αλλά και το μυαλό του Δουκάτου γύριζε ενοχλητικά εκεί, όσο κι αν προσπαθούσε να σβήσει, να διαγράψει για πάντα τα δραματικά γεγονότα. Ακόμη και στον ύπνο του πολλές φορές ένοιωθε εκείνο τον τρελό αέρα να του δέρνει το πρόσωπο.

«Έρχεται θύελλα!» είχε φωνάξει με αγωνία, μα η Ανδρομάχη του έστειλε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.

«Ησύχασε, θα μας βρει μέσα στο καταφύγιο».

Για πότε μαζεύτηκαν όλα εκείνα τα μαύρα σύννεφα, για πότε ξεκίνησε εκείνη η παγωμένη καταιγίδα. Ξαφνικά έγινε σκοτάδι, και μόνον ο ουρανός σκίζονταν θαρρείς από θυμωμένους κεραυνούς και αστραπές. Η ανάβαση ήταν πλέον αδύνατη. Η Ανδρομάχη θυμήθηκε ότι βγαίνοντας λίγο από την πορεία τους θα συναντούσαν την καλύβα του τρελού.
Το ζευγάρι κατευθύνθηκε προς την καλύβα. Το χιονόνερο χτυπούσε με μανία τα πρόσωπά τους, ενώ περισσότερο μάντευαν παρά έβλεπαν το δρόμο. Αν και θα ήταν ακόμη μεσημέρι, βασίλευε σχεδόν βαθύ σκοτάδι. Το έσκιζε μόνον το φως των αστραπών και τότε οι σκιές γινόταν απειλητικές. Δε μιλούσαν. Όλη η προσοχή τους ήταν συγκεντρωμένη στην πορεία. Ο κίνδυνος παραμόνευε σε κάθε βήμα. Ο Δίας ήταν ιδιαίτερα σκληρός με όσους αψηφούσαν τις προειδοποιήσεις του. Στο φως κάποιας αστραπής φάνηκε επιτέλους ο όγκος της καλύβας. Εκείνος, που δεν εμπιστευόταν ιδιαίτερα τις γυναίκες του χωριού, ανάπνευσε με ανακούφιση. Ευτυχώς, σε λίγο θα ήταν ασφαλείς. Όταν ξημέρωνε θα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Κι εδώ ο Δουκάτος αποξεχνιόταν και η σκέψη του αρνιόταν να προχωρήσει. Μονάχα δάκρυζε κι έκλεινε το κεφάλι του στα μακριά του χέρια.

Η παπαδιά είχε διηγηθεί και όσα έγιναν στο χωριό. Τη νύχτα, όλοι, όσοι στάθηκαν στα παράθυρα ή τα κατώφλια των σπιτιών τους έβλεπαν αστραπές σαν πύρινες γλώσσες να ζώνουν το μέρος όπου βρισκόταν η καλύβα και άκουγαν ουρλιαχτά που μπερδεύονταν με ήχους απόκοσμους. Κι εκείνη, η ίδια ένοιωθε – έτσι του είπε του Χριστόφορου - πως ο αέρας είχε τρελαθεί και ήθελε να προσφέρει τους δυο άμυαλους βορά στον κεραυνό που κάθε τόσο έλαμπε στην κορυφή του Ολύμπου. Οι γυναίκες που είχαν δει τη θαρρετή και αλίμονο άμυαλη γυναίκα να γελά ανέμελα δυο βράδια πριν, σταυροκοπιόνταν και ετοιμάζονταν για τα χειρότερο. Ποιος θα μπορούσε να επιζήσει μέσα σε αυτή την τρέλα; Κάποια στιγμή, ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε και ένας κεραυνός, που όμοιό του δεν είχαν δει οι γεροντότεροι, βασίλεψε για λίγο στην κορυφή του θεϊκού βουνού. Και τα παιδιά του τελευταίου σπιτιού, του πλέον ακριανού του χωριού, εκείνου που άγγιζε το μονοπάτι που οδηγούσε στο παράξενο καλύβι του τρελού, ορκίζονταν, την επόμενη μέρα, ότι άκουσαν κλάματα παιδιού, τόσο γλυκά και μελωδικά που σκέπασαν τον αέρα και τις αστραπές και βροντές του ουρανού.

Η καινούρια μέρα ξημέρωσε γλυκιά, με ένα θλιμμένο, χλωμό ήλιο και ένα παγωμένο αεράκι να κοκκινίζει τα αυτιά των άμυαλων που άφηναν ξεσκούφωτοι τα σπιτικά τους. Οι άντρες του χωριού ειδοποίησαν την αστυνομία, αλλά επειδή σε αυτά τα μέρη, η κάθε βοήθεια θα έκανε ώρες να φθάσει στο ξεχασμένο χωριό, αποφάσισαν να ψάξουν μόνοι τους για το αντρόγυνο. Ήταν σίγουροι πως ο ψεσινός καιρός δεν θα είχε αφήσει τα θύματά του, αλλά πάλι ποτέ δεν ήξερε κανείς.. Τουλάχιστο να τους θάβανε ανθρώπινα.

Ω Κύριε! Η παπαδιά ανατρίχιαζε ακόμη και τόσα χρόνια ύστερα. Φρίκη στα μάτια, και θέαμα που λύγισε τα γόνατα κι έκανε και τους πλέον άπιστους να σηκώσουν τα χέρια ψηλά στον ουρανό. Ο άντρας άθικτος, με τα ρούχα του στεγνά, έτσι όπως έφυγε από το χωριό, αλλά με μαλλιά πιο άσπρα και από το χιόνι, γονατισμένος μπροστά στη νεκρή γυναίκα. Το θέαμά της έκανε και τον πιο θαρραλέο άντρα να γυρίσει αλλού το πρόσωπό του. Κανείς ποτέ δεν άντεξε να το περιγράψει. Ούτε ακόμη και αυτός ο ιατροδικαστής που το εξέτασε αργότερα. Μα το πιο παράδοξο από όλα, εκείνο που δημιούργησε το θρύλο, ήταν ένα μωρό, ένα μικροσκοπικό, μα πανέμορφο μωρό, που αν και γυμνό, κείτονταν δίπλα στη νεκρή γυναίκα, και άκουσον, άκουσον, δεν έκλεγε – μόνον χαμογέλαγε στον πατέρα του, τον δύστυχο εκείνο που δεν το έβλεπε καν, μονάχα επαναλάμβανε ουρλιάζοντας «η αστραπή και ο κεραυνός απόχτησαν παιδί, η αστραπή και ο κεραυνός απόχτησαν παιδί»….

Οι χωρικοί μάζεψαν το παιδί και το δώσανε σε εκείνη, τη γυναίκα του παπά, λίγο γιατί φοβόταν αυτά που είδαν και άκουσαν, λίγο γιατί δεν καταλάβαιναν πώς είναι δυνατό να ζει ακόμη ένα βρέφος κάτω από τέτοιες συνθήκες. Οι αστυνομικοί βοήθησαν τον άντρα και πήραν τη γυναίκα, αλλά το παιδί της το άφησαν. Προφασίστηκαν τάχα ότι ο πατέρας έπρεπε να ρθει να το πάρει όταν θα συνέρχονταν. Εξάλλου, πού να το κουβαλούσαν, ξένο παιδί; Στην πραγματικότητα όμως κι αυτοί φοβόταν, είχε βεβαιώσει κουνώντας το κεφάλι η καλή γυναίκα.

Το άφησαν και το ξέχασαν. Η παπαδιά – θυμόταν ο Χριστόφορος – είχε προσπαθήσει να τους δικαιολογήσει. Ήταν απλοί άνθρωποι οι αστυνομικοί, οικογενειάρχες. Δεν ήθελαν να μπλέξουν. Ας φρόντιζε ο πατέρας του. Ό αρχιφύλακας τους είχε πει ότι ήταν σπουδαίος στην Αμερική. Έξι μήνες το κράτησε εκείνη το παιδί και το έτρεφε από το δικό της γάλα. Κι εδώ ο Χριστόφορος δάκρυζε, όταν θυμόταν το τρυφερό βλέμμα της και ένοιωθε να του λείπει περισσότερο η μάνα του. Ήταν μικρομάνα η παπαδιά και δε φοβότανε τις ιστορίες που έλεγαν οι γριές στα σοκάκια του χωριού. Αυτή πίστευε στον ένα Θεό και όχι στα αερικά και τα ξωτικά που μωρολογούσαν οι αγράμματοι χωρικοί. Το βάφτισε όμως και αν και είπε να του δώσει το όνομα του πατέρα του, όταν έφτασε η ώρα, δεν άντεξε.

«Σου έδωσα το όνομα Χριστόφορος, έτσι όμορφο και γλυκό που ήσουνα, ίδιο αγγελάκι που ξεχώριζε στα κάλλη ακόμη και από τα ίδια μου τα παιδιά!»

Πάνω στους έξι μήνες ήρθε ο Δουκάτος, όχι τρελός και αλαφιασμένος, όπως τον θυμόταν οι χωρικοί να τον παίρνει η αστυνομία, αλλά σοβαρός και καλοντυμένος, με κάτασπρα όμως τα μαλλιά του και αγέλαστο πρόσωπο….
Κι εδώ η παπαδιά είχε σταυρώσει τα χέρια στην ποδιά της κι έμεινε να τον κοιτάζει με στοργή. Εκείνος ένοιωσε την ανάγκη να της φιλήσει τα χέρια, μα η καλή γυναίκα δεν τον άφησε. Μονάχα τον αγκάλιασε σφιχτά κι έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για ώρα πολλή.

Ο Χριστόφορος δεν θυμάται να είδε ποτέ τον πατέρα του να γελά ή να είναι ξένοιαστος – εκτός ίσως από κάποιες φορές που αμυδρά χαμογελούσε, όπως τότε στην πρώτη δημοτικού: έκανε το αγγελάκι στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου και ήταν τόσο μα τόσο πειστικός, που όλοι χειροκροτούσαν φωνάζοντας το όνομά του.

Ο Χριστόφορος δεν έμαθε βέβαια ποτέ για εκείνη την ιατροδικαστική έκθεση που έλεγε ότι η γυναίκα ήταν κλινικά νεκρή πριν γεννηθεί το βρέφος, με πολύ παράξενο οργανισμό και σύσταση σώματος και ότι αυτό το παιδί αποτελούσε ένα ιατρικό αδύνατο. Ούτε ακόμη έμαθε για το ρόλο που έπαιξε ο θείος Σάιμον και οι γνωριμίες του, ώστε να μη γίνει το παιδί πειραματόζωο και να μεγαλώσει ήσυχα στην αγκαλιά της παπαδιάς – μάνας. Αλλά κι αργότερα ο πατέρας ήξερε τι να κάνει…

Ο Δουκάτος πάλι δε μίλησε ποτέ για τη μητέρα του Χριστόφορου, όσες φορές και αν εκείνος τον παρακάλεσε, ακόμη και με τον πιο ικετευτικό του τόνο να του πει για εκείνη. Δεν ανέβηκε ποτέ ξανά στον Όλυμπο. Αντίθετα, αγόρασε ένα εξοχικό που έβλεπε κατευθείαν στο καταγάλανο Αιγαίο κι ερχόταν στην Ελλάδα μόνον στην καρδιά του καλοκαιριού. Αυτό που ήξερε ο Χριστόφορος ήταν ότι ο πατέρας του δεν ανεχόταν το χειμώνα στην Ελλάδα. Ένα χρόνο μετά την παράξενη εκείνη περιπέτεια, παντρεύτηκε μια συνάδελφό του και σε λίγο ο Χριστόφορος απόχτησε έναν αδελφό, το Νέστορα. Δεν ανέβηκε ποτέ ξανά σε οποιοδήποτε βουνό, κι απαγόρευσε στα παιδιά του τα μαθήματα ορειβασίας.

Όμως ο Χριστόφορος, από τότε στο Όλυμπο, ένοιωσε αλλιώτικος. Θυμόταν τη μυστηριώδη θύελλα και ονειρευόταν τον εαυτό του παντοδύναμο εξουσιαστή – τέτοια δύναμη δεν έχει τάχα ο κεραυνός; Ή μήπως ήταν εξωγήινος και η μητέρα του δεν είχε πεθάνει, αλλά έπρεπε να τον αφήσει εκεί, γιατί δεν γινόταν αλλιώς; Ή πάλι ήταν ξωτικό, όπως διέδιδαν οι γιαγιάδες σε εκείνο το χωριό, και πολύ σύντομα θα έπρεπε να χαθεί στα δάση του Ολύμπου;


3
Οι μυριάδες ποταμοί


Τον ξύπνησε μια απόκοσμη μουσική, μελωδία γλυκιά παιγμένη σε άρπα. Κοίταξε το ρολόι, ήταν περασμένες μία. «Τι μου θυμίζει;» αναρωτήθηκε και πετάχτηκε σχεδόν από το κρεβάτι του να δει από πού την έφερνε ο άνεμος. Κοιμόταν πάντα με ανοιχτά τα παράθυρα για να μπαίνει η θαλασσινή αύρα και που και που φτάνανε ήχοι από τα νυχτερινά κέντρα της κοντινής παραλίας. Μα ετούτη εδώ η μουσική ήταν αλλιώτικη, σχεδόν σα να τον καλούσε κοντά της. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια και ένα φεγγάρι λαμπερό κι ολόγιομο έδινε στο αγόρι όσο φως χρειαζόταν. Μπροστά του, μέσα στη θάλασσα είδε μια βάρκα και μια σκοτεινή φιγούρα να του κάνει νόημα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο Χριστόφορος άρπαξε ένα μπλουζάκι που βρήκε μπροστά του και από τη σκάλα της βεράντας του βρέθηκε στη μαλακή άμμο. «Έ από τη βάρκα!» φώναξε και όσο και αν θεωρούσε τον εαυτό του γενναίο, η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο, ενώ το χέρι του έσφιξε το κινητό. Καλά που η μικρούλα τούτη συσκευή έχει γίνει προέκταση του εαυτού μου, σκέφτηκε φευγαλέα και ηρέμησε κάπως. Στο κάτω, κάτω ο ξένος ήταν πάντα μέσα στη βάρκα και δεν φαινόταν να έχει εχθρικές διαθέσεις. «Θέλετε κάτι;;» φώναξε ακόμη μια φορά, ο Χριστόφορος. Ο άγνωστος εξακολουθούσε να κουνά το χέρι καλώντας τον, ενώ η μουσική δυνάμωσε ανεπαίσθητα.


Και τότε ο Χριστόφορος θυμήθηκε. Ήταν η ίδια μουσική που άκουγε όταν ο Ιππόλυτος ήταν στο σπίτι του. Το αγόρι τα είχε χαμένα. Ο μισός εαυτός του συνιστούσε σύνεση και ο άλλος μισός τον έσπρωχνε να λύσει το μυστήριο. Μια δυνατή έλξη τον τραβούσε άθελά του στη βάρκα. Έκανε το σταυρό του για να πάρει δύναμη και προχώρησε. Μπήκε σχεδόν μέχρι τη μέση στο νερό, σκαρφάλωσε επιδέξια και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος, δεν ήξερε όμως αν ήταν από τα βρεγμένα ρούχα και τη νυχτερινή δροσιά ή από την απόκοσμη φιγούρα που ήταν καθισμένη δίπλα του. Ολόκληρο το σώμα του πλάσματος ήταν καλυμμένο με ένα μαύρο ύφασμα χωρίς αρχή και τέλος. Στην πραγματικότητα δεν φαινόταν καν να έχει σώμα, τόσο αέρινο και ισχνό ήταν. Το χειρότερο όμως ήταν ότι δεν φαινόταν καν πρόσωπο. Ήταν όλο καλυμμένο από μια τεράστια κουκούλα, επιδέξια κι επίτηδες ριγμένη πολύ χαμηλά. «Πού πάμε;» ψέλλισε ο Χριστόφορος, αν και γνώριζε πως δεν θα έπαιρνε καμία απάντηση.
συνεχίζεται......

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Το πρώτο κεφάλαιο





Ποιος περπατά στο νερό;

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας!

Σας ευχαριστώ που επισκέπτεστε το blog μου και ελπίζω να απολαύσετε την περιπέτεια του Χριστόφορου. Η αλήθεια είναι πως ο Χριστόφορος γεννήθηκε στη φαντασία μου χωρίς να με ρωτήσει κι απλά μου ψιθύριζε : Γράψε.. γράψε για να μάθουν οι πολλοί τι μυστικά και υπέροχα υπάρχουν σε αυτή την όμορφη Ελλάδα και ότι οι μύθοι και οι θρύλοι συνεχίζονται και δένουν το χθες με το σήμερα. Κι εγώ απλά έγραψα.


Σύντομη Περιγραφή του Βιβλίου

Ο Χριστόφορος ζει σαν ένας κοινός έφηβος αν και η γέννησή του είναι ένα καλά κρυμμένο μυστήριο. Εκείνο το καλοκαίρι όμως, στα 14 χρόνια του, η ζωή του αλλάζει για πάντα….

Μια νύχτα κι ενώ απολαμβάνει τις διακοπές του σε κάποια ελληνική παραλία, ένας παράξενος βαρκάρης τον μεταφέρει από τους Μυριάδες Ποταμούς σε μια κατασκήνωση εξωγήινων από τον πλανήτη Ίωνα, με προέλευση πίσω στην αρχαία Ελλάδα. Εκεί γνωρίζει τον περίεργο πολιτισμό τους, τις τροφές τους, τις συνήθειες και τις δεξιότητές τους, τους Είλωτες και τα κυώνια τους και προ πάντων τον κοινό ισχυρό εχθρό τους, τον Αποστάτη Nominos.
Το μέλλον του πλανήτη Ίωνα, τα παιδιά της κατασκήνωσης εξαρτώνται από τον Χριστόφορο: είναι ο μοναδικός που μπορεί να φέρει το Φυλαχτό του Ποσειδώνα και να ανοίξει τη γαλαξιακή πύλη. Αλλά εκείνος είναι μόνο ένα αγόρι. Δεν είναι έτοιμος. Και όμως, θα δοκιμάσει!
Θα περάσει από τον πραγματικό και το φανταστικό κόσμο. Θα ταξιδέψει από τους Δελφούς, στη Σαντορίνη και την Κρήτη για να βρει το Φυλαχτό. Ο Χριστόφορος θα συναντήσει την Πυθία και τους Κενταύρους. Θα χορέψει συρτάκι και θα παλέψει με τον Τάλω, τους Τρίτωνες και τη Λήθη. Θα βρει τον αληθινό λόγο του θανάτου της μητέρας του. Θα τον κυνηγήσουν οι Κυλωνιστές και ο Αποστάτης. Θα τον αποκαλούν το τρίστερο παλικάρι, αλλά δεν γνωρίζει τις μυστηριώδεις δυνάμεις του. Έχει ισχυρούς εχθρούς, αληθινούς φίλους, την αιώνια αισθησιακή Γαία και την εξωτική Αφροδίτη να τον βοηθούν.Έχει μόνο έξι ημέρες και έναν χρησμό να λύσει, αλλιώς πολλοί θα πεθάνουν και άλλοι θα χαθούν με φρίχτό τρόπο!!!

Α΄ ΜΕΡΟΣ : ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΞΕΝΗ - ΚΙ ΑΟΡΑΤΗ - ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ

Ποιος περπατά στο νερό;
Ο Χριστόφορος κλωτσούσε θυμωμένα τον αφρό του κύματος, με τα μάτια στραμμένα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, χαμένος στις σκέψεις του. Πλάι του, ο αδερφός του, ο Νέστορας, του έριχνε κλεφτές ματιές μη τολμώντας να μιλήσει. Ήταν τέσσερις το μεσημέρι, μέσα Ιουλίου και όμως ο ουρανός ήταν σκοτεινός και η θάλασσα βογκούσε και άφριζε, θυμωμένη κι αυτή, ίσως με τον ήλιο που κρυβόταν πίσω από τα βαριά σύννεφα. Του άρεσε του Χριστόφορου η Μεσόγειος. Αγαπούσε να κολυμπά και να γυμνάζεται κάτω από τον καυτό ελληνικό ήλιο. Όμως, αυτό το θέαμα του σκοτεινού και αγριεμένου πελάγους τον ενθουσίαζε και μιλούσε βαθιά μέσα στην καρδιά του, την επαναστατημένη και ατίθαση. Ο Χριστόφορος ήταν τώρα δεκατεσσάρων, αλλά η κορμοστασιά του θύμιζε ήδη τους αρχαίους ελληνικούς θεούς.

«Μα να με προσβάλει έτσι μπροστά στην Αθηνά!» είπε ξαφνικά και ο Νέστορας δεν κατάλαβε αν μιλούσε σ’ αυτόν ή στον εαυτό του και προτίμησε να μην απαντήσει. «Τον άκουσα Νέστορα! Ο Χριστόφορος είναι μικρός ακόμη, δεν μπορεί να έρθει στη κρουαζιέρα σας, δεσποινίς …… Σας ευχαριστούμε όμως πολύ! Κι έκλεισε το τηλέφωνο, χωρίς καν να μου επιτρέψει να μιλήσω μαζί της! »

Ο Νέστορας κούνησε το κεφάλι. Η Αθηνά ήταν η καλύτερη φίλη του αδερφού του, αλλά και κόρη του πλουσιότερου εφοπλιστή της Ελλάδας! «Πράγματι, απαράδεκτη συμπεριφορά!» τόλμησε να πει.


Τα μαλλιά του Χριστόφορου, καστανόξανθα δαχτυλίδια κυμάτιζαν στον αέρα, και τα χρυσαφένια μάτια του ήταν γεμάτα θυμό και οργή. Αφημένα κάτω έδερναν το πρόσωπό του και ενοχλούσαν τα αγριεμένα πανέμορφα μάτια του. «Αχ Νέστορα! Γιατί συμπεριφέρεται έτσι!» είπε μόνο κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. Στο γυμνό σώμα του που τραντάζονταν από το θυμό έλαμπαν σταγόνες θαλασσινού νερού. Ο Νέστορας κάρφωσε τα μάτια του σε εκείνα τα τρία μικροσκοπικά αστέρια, σχεδόν ασημογάλαζα, σπαρμένα στη σειρά στην πλάτη του. Ήταν τόσο όμορφα που οι φίλοι του τα έπαιρναν για τατουάζ. Θυμήθηκε πάλι τα λόγια που τυχαία είχε ακούσει να λέει ο πατέρας του «Με βασανίζουν Αντέλ αυτά τα καταραμένα αστέρια, με βασανίζουν πολύ!» Δεν καταλάβαινε όμως.


Ο Χριστόφορος ήθελε να μείνει μόνος «Νέστορα, σε παρακαλώ…!» είπε μονάχα. Το αγόρι σήκωσε τους ώμους κι έτρεξε προς το σπίτι. Ο Χριστόφορος ανάπνευσε με ανακούφιση. Ήθελε να κλάψει. Αν ήταν πιο μικρός θα επέτρεπε τα δάκρυα να κυλήσουν – μα όχι πια! Η διάθεσή του έμοιαζε τόσο πολύ με εκείνη της θάλασσας! Στα 14 του, ένοιωθε άντρας σωστός, ο κόσμος ήταν δικός του και ήθελε να το ξέρουν! Όλοι το έλεγαν: «Κύριε Δουκάτε (όχι D, but Δ, like the th in the English word this επέμενε πάντα ο Δουκάτος, υποστηρίζοντας ότι τα ονόματα δεν πρέπει να τα αλλοιώνει η προφορά των άλλων λαών!!), ο γιος σας είναι φαινόμενο. Έξυπνος, όμορφος, δραστήριος, άντρας από τώρα». Κι όμως ο πατέρας του απλά κουνούσε σκεφτικά το κεφάλι και δεχόταν τους επαίνους χωρίς ενθουσιασμό. Ο Χριστόφορος βαθιά μέσα του πικραίνονταν. Ο πατέρας του ποτέ δεν τον αγκάλιασε, ποτέ δεν τον χάιδεψε, σχεδόν ποτέ δεν τον φώναξε με το όνομά του. «Κύριε!» Ναι! Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, έτσι τον αποκαλούσε. «Κύριε!» Όσο ευτυχισμένος και γλυκομίλητος ήταν με το δεύτερο γιο του, το Νέστορα, τόσο σκοτεινός και απόμακρος ήταν μαζί του. Και τώρα αυτό!


Έσφιξε τα μάτια του. Σκέφτηκε να την πάρει στο κινητό, αλλά ντρεπόταν από τώρα να ακούσει τη φωνή της. Το μικρό το παιδί! Δεν το αφήνει ο μπαμπάς! Και θα το μάθαινε κι όλη η παρέα! Ο Χριστόφορος γνώριζε την Αθηνά από τότε που ήταν παιδιά. Οι γονείς του τον έστελναν μαζί με τον αδελφό του, το Νέστορα να παραθερίσει σε αυτό το απομονωμένο κάπως θέρετρο, με την απαράμιλλη ομορφιά, σχεδόν από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Κάπου- κάπου ερχόταν και αυτοί κι έμεναν λίγες μέρες. Με την Αθηνά μεγάλωναν μαζί. Όλο το χειμώνα επικοινωνούσαν κυρίως με e-mail και μηνύματα στο κινητό και στις αρχές του Ιουλίου έδιναν το ραντεβού τους στο μυστικό τους ορμητήριο. Τα καλοκαίρια του Χριστόφορου ήταν η φυγή από μια ιδιαίτερα επίπονη πραγματικότητα. Εδώ έβρισκε την αγάπη στο πρόσωπο του κυρ Νικόλα και της «μαμάς» Όλγας, που τους φρόντιζαν, τη ζεστασιά της μεσογειακής φιλοξενίας, την αγκαλιά και τη γεύση του αλατιού της θάλασσας και της αμμουδιάς, την ξενοιασιά και την ευτυχία. Εδώ δεν έφτανε το παγερό βλέμμα του πατέρα, ούτε η γεμάτη συγκατάβαση έκφραση της μητέρας – όπως είχε επιβάλει ο πατέρας να αποκαλεί τη μητριά του – αλλά μόνον τα ζεστά μάτια του Νέστορα και το γλυκό χαμόγελο της Αθηνάς.


Ο Χριστόφορος προσπάθησε να ξεχαστεί. Τα σπαστά καστανόξανθα μαλλιά του ανέμιζαν στο δυνατό αέρα, ενώ ο αφρός του κύματος τον μούσκευε ολάκερο. Τα μάτια του είχαν κολλήσει ίσα μπροστά του, στο αφρισμένο κύμα, σα να ήθελε να παλέψει μαζί του. Κι εκείνο όλο και θέριευε!Ξαφνικά ένας δυνατός θόρυβος, σαν εκκωφαντική βροντή, τον έκανε να στρέψει το βλέμμα του μέσα στη θάλασσα. Ένα ζωντανό πλάσμα φαινόταν να χάνεται στα αγριεμένα κύματα, δυο χέρια ξεχώριζαν ψηλά, σαν να ικέτευαν. «Θεέ μου, κάποιος πνίγεται!», φώναξε μέσα του, αλλά πριν προλάβει καν να κινηθεί, να βουτήξει, να σώσει το δύστυχο εκείνο θύμα των κυμάτων, το πλάσμα σηκώθηκε όρθιο και άρχισε να περπατά πάνω στο νερό, λίγο αδέξια και προσεκτικά, αλλά περπατούσε, ο Χριστόφορος ήταν σίγουρος για αυτό! …Άφωνος έμεινε να κοιτάζει την ψηλόλιγνη σιλουέτα που φαινόταν σα να μην ήξερε ποια κατεύθυνση να ακολουθήσει, κάτι σα να είχε χάσει το δρόμο ή να ήταν μεθυσμένη, αλλά – ο Χριστόφορος έπιασε το μέτωπό του – πάντα πάνω στο νερό! Το πλάσμα φάνηκε στην κορυφή ενός αφρισμένου κύματος και με μια σχεδόν επαγγελματική φιγούρα έπεσε στην αμμουδιά, πλάι στον αφρό του κύματος.

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ