Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Βράδυ Δευτέρας..........

Η Αθηνά τους περίμενε ανυπόμονη. Αυτή η κοπέλα είχε δύο στοιχεία που την ξεχώριζαν: τα καταγάλανα αμυγδαλωτά μάτια της, σπάνια για ελληνίδα με κατάμαυρα μαλλιά και τη μανία της με τη συνέπεια. «Είχαμε πει οχτώ και είναι οχτώ και δέκα..» ψευτομάλωσε τους Δουκάτους και τους φίλησε σταυρωτά, κατά το ελληνικό συνήθειο. «Τι έγινε με τα κινητά σας; Έπαιρνα όλη μέρα και μετά πήρα και τη μαμά Όλγα. Αφού δεν πήρατε, σκέφτηκα θα το ξέχασε η γερόντισσα και ξαναπήρα. Ευτυχώς απάντησε ο Νέστορας».
Ο Χριστόφορος μπήκε στον πειρασμό να της πει την ιστορία του, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. «Φαίνεται πως το χασα. Πες μας τα δικά σου. Τι ετοιμάζεις; Και, ξέρεις, οι μελανιές… ε.. απροσεξία!»

Η ώρα πέρασε μάλλον ευχάριστα τρώγοντας παγωτό σοκολάτα, κρέμα και μόκα με σιρόπι καραμέλα και σαντιγί. Η Αθηνά ήταν ικανότατη στο να διηγείται με τον πιο αστείο τρόπο τα πιο μικρά γεγονότα. Η παρέα μεγάλωνε και μίκραινε (σαν την Ύδρα – σκέφτηκε κάποια στιγμή ο Χριστόφορος κι ενοχλήθηκε από την ίδια του τη σκέψη) καθώς περνούσαν φίλοι και γνωστοί. Άρχιζε πάλι η γνωστή τελετουργία με τα σταυροφιλήματα και τις υποδοχές (λες κι έχουν χρόνια να βρεθούν ενώ ήταν πάλι μαζί μόλις το προηγούμενο βράδυ – όπως κορόιδευε ο Νέστορας) και ύστερα τα νέα του καθένα. Πέρασε ο Σταύρος και η Κατερίνα. Μετά η Ελευθερία και η Γεωργία, ο Σπυρίδωνας και η Στέλλα και κάποια στιγμή ο Χριστόφορος έχασε τον αριθμό. Κι όταν κάποιος άφηνε την παρέα, ο χαιρετισμός ήταν πάντα ο ίδιος «Στου Τζίμη κατά τις εντεκάμιση».
Για την καλοκαιρινή Ελλάδα αυτή ήταν η ώρα συνάντησης για έξοδο. Θαρρείς και τότε άρχιζε η παραλία να αποκτά ζωή και όλοι βιάζονταν να τη μοιραστούν. Ακόμη και οι μανάδες με τα καρότσια τότε αποφάσιζαν να βγάλουν τα μωρά τους στο σεργιάνι, να δροσιστούν, να παίξουν με τα πολύχρωμα φωτάκια και να κοιμηθούν αργότερα γλυκά στα καροτσάκια τους.

Στο τέλος έμειναν πάλι οι τρεις τους. «Πάμε να δούμε το φεγγάρι από τον μύλο του Αιγέα» πρότεινε η Αθηνά. Ο ψεύτικος μύλος ήταν το σύμβολο της παραλίας. Ήταν στημένος σε ένα βράχο που δέσποζε στο τέλος της παραλίας βαμμένος κατάλευκος με γαλάζια μπορντούρα. Ο βράχος έμοιαζε λίγο με το σημείο από όπου ο Αιγέας πήδησε στη θάλασσα όταν είδε το καράβι του γιου του να γυρίζει με μαύρο πανί από το Μινώταυρο. Γι αυτό και του έδωσαν το όνομα του βασιλιά. Το βράδυ ο φωτισμός του ήταν διακριτικότατος, σχεδόν ανύπαρκτος. Εκούσια άφηναν τα αστέρια και το φεγγάρι να τον φωτίζουν. Τα παιδιά έφτασαν στην άκρη του κι έμειναν εκεί να αποθαυμάζουν το ασήμι που το φεγγάρι σκόρπιζε απλόχερα στα κυματιστά νερά. Ήταν ένας ολοστρόγγυλος ασημένιος δίσκος που κυριαρχούσε στο γεμάτο αστέρια ουρανό κι έκανε τους ψαράδες να ξεκουράζονται στα σπίτια τους. «Μαγευτική νύχτα» είπε η Αθηνά γεμίζοντας τα πνευμόνια της με θαλασσινό αέρα.

Στην άλλη πλευρά του βράχου απλώνονταν μια μικρή αμμουδιά. Συχνά παρέες άναβαν φωτιές και κάθονταν τριγύρω παίζοντας κιθάρες και τραγουδώντας. Ήταν από εκεί που ακούστηκαν φωνές. Τη φασαρία συμπλήρωναν τα θορυβώδη γαυγίσματα σκύλων. Κάτι σκίρτησε μέσα στην καρδιά του Χριστόφορου. Αυτό το γαύγισμα του έφερνε ξανά αναμνήσεις. «Πάμε να δούμε..» είπε κι άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι. «Μην μπλέξουμε…» αντέδρασε ο Νέστορας που ήταν ακόμη επηρεασμένος από τη χθεσινή κατάσταση του Χριστόφορου. «Έλα» τον τράβηξε η Αθηνά. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Χριστόφορος ένα αγόρι που ανέβαινε. «Δε θα το πιστέψεις!!» γέλασε ο νέος κι έφυγε χωρίς να πει περισσότερα. Τα γαβγίσματα δυνάμωναν.

Ο Χριστόφορος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο περίεργο πλήθος. Σφηνωμένο στα βράχια, μουσκεμένο και κατατρομαγμένο ένα περίεργο τερατάκι έδειχνε τα δόντια του σε όλους όσους το πλησίαζαν. Τα μάτια του Χριστόφορου άνοιξαν διάπλατα. Με κόπο συγκρατήθηκε να μη φωνάξει.
«Ο Γαυγάκιος» τον αναγνώρισε ο Νέστορας που είχε φτάσει πλάι του.
«Ο…….ποιος;» ρώτησε μπερδεμένη η Αθηνά, βλέποντας κάτι που έμοιαζε με σκύλο, αλλά με τρία κεφάλια!

Το τερατάκι φάνηκε να χαίρεται που είδε τον Χριστόφορο. Το γαύγισμά του άλλαξε, έγινε ικετευτικό γρύλισμα. «Φίλε, αν το τέρας τούτο είναι δικό σου, προσπάθησε να το ξεσφηνώσεις. Το βρήκαμε το απόγευμα εκεί, αλλά πρέπει να έχει από το πρωί. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Το ταΐσαμε λίγο, αλλά όταν προσπαθούσαμε να το πιάσουμε χάλαγε τον κόσμο! Πού το πέτυχες με τρία κεφάλια!» Ο Χριστόφορος ελευθέρωσε το κυώνι που φώλιασε ήσυχο στην αγκαλιά του. Ευχαρίστησε τα παιδιά που ξαναγύριζαν στις παρέες τους. «Τι άλλο θα δούμε στις μέρες μας.» «Φταίνε οι μεταλλαγμένες τροφές, λέω εγώ!» «Μήπως ο αέρας που αναπνέουμε» «Και οι τρελές αγελάδες» Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το μικρό κυώνι και οι καταστροφές της εποχής θα κυριαρχούσαν στις παρέες αυτής της παραλίας, παρά το ασημένιο τάσι του φεγγαριού και την αστρόφωτη νύχτα..

Τα παιδιά ανέβηκαν ξανά στο βράχο και κάθισαν στο πεζούλι του μύλου. «Λοιπόν;» ζήτησε να μάθει η Αθηνά. Ο φίλος της ήταν φανερά και ασυνήθιστα ταραγμένος. Το κυώνι κουρασμένο είχε αποκοιμηθεί. Ο Χριστόφορος χαϊδεύοντάς το τρυφερά, κοίταξε το κορίτσι. Την ήξερε από μικρή την Αθηνά, την εμπιστευόταν απόλυτα. «Αθηνά, θυμάσαι τον Ιππόλυτο;» Το κορίτσι έγνεψε, χωρίς να μιλήσει. Από την αμμουδιά άρχισαν να ακούγονται ξανά οι πρώτες κιθάρες. Ο Χριστόφορος διηγήθηκε ξανά την περιπέτειά του όσο πιο σύντομα μπορούσε. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως όσα είχαν συμβεί δεν ήταν όνειρο, πως ο κίνδυνος για τους εκεί φίλους του ήταν υπαρκτός, πως ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Η Αθηνά κατάπληκτη, δεν τον διέκοψε καθόλου. Όσα άκουγε, ήταν πέρα από κάθε φαντασία. «Καταλαβαίνεις, έχασα ήδη μια μέρα. Θα πεθάνουν όλοι Αθηνά και θα φταίω εγώ. Ευτυχώς έχω περίπου ένα γήινο μήνα διορία..»

Τα παιδιά απόμειναν σιωπηλά. Στου Τζίμη η παρέα θα τους έψαχνε. Το Αιγαίο μπροστά τους φαινόταν τώρα απέραντο. Πού να αναζητούσαν το φυλαχτό; «Και η Φοίβη; Τι είχε απογίνει η Φοίβη;» ο Χριστόφορος πετάχτηκε επάνω. «Πρέπει να ψάξω για τη Φοίβη!»
«Να ψάξουμε για τη Φοίβη, Χριστόφορε!» είπαν τα άλλα δυο παιδιά με μια φωνή.
«Οι τρεις σωματοφύλακες!» ειρωνεύτηκε το αγόρι κι έδωσε ένα πεταχτό φιλί στον Γαυγάκιο. «Αυτός άραγε πώς βρέθηκε εδώ; Τι κρίμα που δεν μπορεί να μας το πει!!»

Η Αθηνά ήταν πρακτικός άνθρωπος και ακόμη ο πατέρας της αποτελούσε τη δύναμη του τόπου. Στην αρχή πήγαν στην τοπική Αστυνομία να ρωτήσουν αν βρέθηκε από το προηγούμενο βράδυ καμιά κοπέλα. Η απάντηση ήταν αρνητική. Κανένα περιστατικό δεν είχε αναφερθεί, όπως τους βεβαίωσε ο επικεφαλής της νυχτερινής βάρδιας.
«Τουλάχιστο τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω» συμπέρανε η Αθηνά όταν βγήκαν από το Τμήμα. «Θα μπορούσαμε ίσως να ρωτήσουμε για κανένα παράξενο νέο στα παραλιακά κέντρα. Οι μαγαζάτορες τα ξέρουν συνήθως όλα. Αρκεί να μην φερθούμε παράξενα… Αύριο το πρωί μπορούμε να οργανωθούμε καλύτερα. Θα βάλουμε τον μπαρμπα Νικόλα να ρωτήσει τους ψαράδες και θα πάρουμε το ελικόπτερο του μπαμπά να ψάξουμε.» Ο Χριστόφορος εκτίμησε τις ικανότητες της κοπέλας. Χαιρόταν που την είχε φίλη. «Λοιπόν, ας κάνουμε μια νυχτερινή εξόρμηση» πρότεινε και συνέχισε χαμογελώντας «Και ξέρετε, θα πάρω το κυώνι. Προσελκύει κόσμο…»

Στου Τζίμη δεν ήξεραν τίποτα. Τα παιδιά καληνύχτισαν κι έφυγαν. Όσο όμως κι αν προσπάθησαν, δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα νεότερο. «Είναι αργά» είπε αποφασιστικά ο Χριστόφορος «κι αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί. Η Φοίβη όπου κι αν είναι, σίγουρα κινδυνεύει – αν είναι ακόμη ζωντανή.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου