Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Το στόμα του ανέμου

Ο Ιππόλυτος ένοιωθε σχεδόν δυστυχισμένος. Η Ιαπωνία του 18ου αιώνα δεν ήταν η αδυναμία του. Αντίθετα, η Εστία είχε καταγοητευτεί Οι γκέισες της φάνηκαν εξωτικές. Πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε μία μαθητευόμενη με κατακόκκινο λουλουδάτο κιμονό που καθόταν στην άκρη μιας λιμνούλας με νούφαρα κι έπαιζε άρπα μέσα στο καταχείμωνο. Τα δάχτυλά της ήταν ματωμένα. Πού και πού εκείνη σταματούσε και τα βουτούσε μέσα στο παγωμένο νερό. Κι άρχιζε πάλι. Η Εστία δεν άντεξε και άπλωσε το χέρι να χαϊδέψει το περίτεχνα χτενισμένο κεφάλι. «Μη!!» πρόλαβε να ακούσει τη φωνή του ομαδάρχη και όλα χάθηκαν σε ένα πυκνό, μα πάρα πολύ πυκνό σκοτάδι…..

Η κα Μπικίνι άφησε το παιδί να ξεσπάσει. Όταν εκείνος ηρέμησε, συνέχισε « Εκείνος φαίνεται πως έζησε κι έμαθε. Το φυλαχτό είχε και το δίδυμό του. Το είχε η μάνα του Οδυσσέα που όταν πια απογοητεύτηκε ότι ο γιος της θα γύριζε, το πρόσφερε στο θεό Ποσειδώνα. Και το αυθεντικό φυλαχτό Χριστόφορε θα αναγνωρίσει μονάχα έναν απόγονο του Οδυσσέα, θα αναγνωρίσει μόνον εσένα … Γι αυτό σε χρειάζεται να του το πας. Να το βρεις και να του το πας. Εκείνος σε έστειλε εδώ παιδί μου. Φαίνεται πως σε γνωρίζει και γνωρίζει και το χαρακτήρα σου. Βλέπεις παιδί μου… τώρα το χρειαζόμαστε κι εμείς. Αυτός είναι ο λόγος που μας έφερε σε αυτή τη δύσκολη θέση, αυτός είναι ο λόγος που σε έφερε κοντά μας. Το σχέδιό του είναι καλοδουλεμένο και κρύβει πολλή υπομονή. Χριστόφορε, η αποστολή σου είναι δύσκολη. Χωρίς το φυλαχτό εμείς χανόμαστε, με το φυλαχτό κινδυνεύουμε όλοι, ακόμη κι εσύ…. Είναι πράγματι αδίστακτος…»

Ο Χριστόφορος αναπήδησε. Το μυαλό του πήγε στη μητριά του, το θείο Σάιμον, τον καθηγητή των αρχαίων ελληνικών που τόσο τον πίεζε με τα κτερίσματα και τα τάματα, τον πατέρα του… Ποιος από όλους λοιπόν;
Η Ιώνια συνέχιζε να μιλά «Σε έστειλε κι εμείς στην αρχή δεν ξέραμε πώς να σε στείλουμε πίσω ασφαλή. ΄Έπαιξε με τη δική μου ιστορία, τα συναισθήματά μας, εσένα. Προκάλεσε όλη αυτή την έλλειψη ενέργειας, μας οδήγησε στην άκρη της καταστροφής. Κι εμείς πια ξέραμε πως η μόνη σωτηρία ήσουν εσύ…Η απόφαση είναι δύσκολη. Ανήκεις όμως κάπως και σε μας…. Δεν σου κρύβω πως κινδυνεύεις πολύ. Θέλει το φυλαχτό όσο τίποτα, εσένα σε μισεί…..Και είναι πολύ δυνατός…»

Απόμειναν και οι δυο σιωπηλοί, χαμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. «Κι εκείνη τι απέγινε; Τι πιστεύετε εσείς γι αυτούς που χάνονται;» ρώτησε την αρχιομαδάρχισσα με ελπίδα.
Δεν πρόλαβε όμως να πάρει απάντηση. Ένα απειλητικό βουητό, σα να ξεκινούσε βαριά καταιγίδα ακούστηκε από μακριά. Σε λίγο όλα σκοτείνιασαν, ενώ η βοή γινόταν όλο και πιο δυνατή. «Κάτι κακό έγινε!!» πετάχτηκε πάνω η κα Μπικίνι. «Κάποιος παραβίασε την επαφή. Κάποιος χάνει διαρκώς ενέργεια!.» Η Ιώνια ανατρίχιασε «Παλεύει με το στόμα του ανέμου» Ο Χριστόφορος κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή η γυναίκα επικοινωνούσε με κάποιον από του ομαδάρχες. Το πρόσωπο της συσπάστηκε από τον πόνο. «Η Εστία» φώναξε «η Εστία παραλίγο να παραβιάσει το χρονοκέλυφος! Έχει παγιδευτεί ανάμεσα στους χρόνους!» Ο Χριστόφορος την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Εκείνη όμως δε στάθηκε να του εξηγήσει. «Έλα!» περισσότερο τον πρόσταξε «μόνο εσύ μπορείς να κάνεις κάτι».

Ο Χριστόφορος ένοιωσε πάλι εκείνο το αίσθημα της ξαφνικής μεταφοράς, όπου το κορμί του θαρρείς διαλυόταν και ταξίδευε με τον άνεμο. Δίπλα του, περισσότερο αισθανόταν παρά έβλεπε την Ελένη Μπικίνι. Τα μικροκασσιόπεια μεταφοράς φάνηκαν αιώνες. Πολύ σύντομα βρέθηκε να αποκτά ξανά την υπόστασή του σε ένα μέρος που του θύμιζε αμυδρά την παραδοσιακή Ιαπωνία, όπως την είχε δει σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, τότε που η ζωή του ήταν ακόμη φυσιολογική….. Απόρησε. Πώς προλάβαινε να τα σκέφτεται όλα αυτά;; Στο βάθος έβλεπε έναν τυφώνα –σκοτεινό και πολύ πολύ δυνατό. Τα πάντα γυρνούσαν με φοβερή ορμή. Αλλά είχε τυφώνες η Ιαπωνία; Και γιατί τα χρώματα είναι τόσο σκοτεινά; Τι χρώματα ήταν αυτά και τι ασημένιες λάμψεις τα διέκοπταν;

Και τότε το «στόμα του ανέμου» άνοιξε και την είδε. Είδε την Εστία εντελώς παραμορφωμένη στη δύνη αυτού του απίθανου τυφώνα. Στροβιλιζόταν ψηλά, ανεβοκατέβαινε, τα μέλη της πότε μάκραιναν και πότε παραμορφωνόταν. Ο Χριστόφορος δεν καταλάβαινε αν το ουρλιαχτό – απόκοσμο και απάνθρωπο – ήταν του ανέμου ή του κοριτσιού. Κανείς άλλος δεν φαινόταν εκεί γύρω ή έτσι τουλάχιστο νόμισε το αγόρι. Στην πραγματικότητα όλη αυτή την ώρα η κα Μπικίνι έδινε οδηγίες στην υπόλοιπη ομάδα και μιλούσε με τον Ορέστη. «Μα πού είναι όλοι τους;» αναρωτήθηκε το αγόρι. «Γιατί εγώ δεν τους βλέπω;;».
«Χριστόφορε, άσε τους άλλους. Εσύ θα σώσεις το κορίτσι!» Ο Χριστόφορος την κοίταξε με έκπληξη. «Αν και ο γήινος χρόνος δεν είναι ο δικός σου, η χρονοδίνη δε σε αγγίζει. Το έχω μελετήσει στο παρελθόν. Θα πρέπει να βρεις το θάρρος να μπεις στο στόμα του και να αρπάξεις το κορίτσι στο φως. Μη φοβηθείς από ό,τι κι αν συμβεί ή αν δεις. Μόνο τράβηξέ την με όλη σου τη δύναμη, νίκησε τον αντίπαλο – μπορείς!! Είσαι προορισμένος για Αργοναύτης! Μην το ξεχνάς!!» Τον κοίταξε έντονα με τα μεγάλα της μάτια. Για μια στιγμή στάθηκε αναποφάσιστος. Φαινόταν σχεδόν αδύνατο να βγει κάποιος απ’ αυτό το χαλασμό.

Ο Χριστόφορος όμως είχε μάθει να είναι αγωνιστής. Κι αν είχε ρισκάρει τη ζωή του για ένα κυώνι, πολύ λιγότερο θα σκεφτόταν να εγκαταλείψει την Εστία. Ασυναίσθητα έστειλε μια προσευχή στον ουρανό και χύθηκε μέσα στον τυφώνα. Ένοιωσε το τεράστιο στόμα του ανέμου να τον καταπίνει. Στην αρχή ζαλίστηκε. Δεν ξεχώριζε τίποτα και γύρω του πετούσαν αστέρια και κομήτες με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Φωνές ακούγονταν από κάθε αιώνα και σημείο του γαλαξία, φωτιές περασμένων αιώνων διαδέχονταν ανέμους και βροχές. Θαρρείς πως όλοι οι χρόνοι και οι εποχές, από τότε που έγινε η γη περνούσαν γύρω του. Τίποτα όμως δεν τον άγγιζε. Το κορμί του το ένοιωθε ελαφρύ, σχεδόν αέρινο. Το κοίταξε – κι όμως ήταν ολόκληρος εκεί!!

Η Εστία δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή νόμισε πως είδε τα μάτια της τρομαγμένα, αλλά σχεδόν αμέσως τα έχασε κι αυτά. Ένοιωσε απελπισία. Τι έπρεπε να κάνει; Η κα Μπικίνι και όλη η ομάδα αγωνιούσαν «Βιάσου Χριστόφορε. Θα την πάρει η δίνη, σαν εμένα…». «Θα την πάρει η δίνη» σκέφτηκε ο Χριστόφορος αποφεύγοντας με ένα ελιγμό μια αστρική καταιγίδα. «Πού είναι;; Πού είμαι; Αιωρούμαι στο πουθενά, σε ποιο χρόνο; Σε ποιο τόπο; Αφού δεν ξέρω τίποτα από τον παράξενο αυτό κόσμο!». Και τότε την αισθάνθηκε δίπλα του. Δεν την είδε – απλά άκουσε το ουρλιαχτό της που απόκοσμα τον καλούσε. Την άρπαξε κι έπεσε μέσα σε κάτι που έμοιαζε με γαλάζια λάσπη. Αγωνίστηκε να ξεκολλήσει, αλλά ήταν σαν κινούμενη άμμος που τον τραβούσε στα σπλάχνα της. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Το κορίτσι τον βάραινε. «Δεν πρέπει να την αφήσω…Δεν πρέπει…» Με υπεράνθρωπη δύναμη έριξε τον εαυτό του προς τα αριστερά, κλωτσώντας με τα πόδια του σα να κολυμπούσε. Δεν έβλεπε πια τίποτα. Ένας δυνατός άνεμος τον τράβηξε και τον πέταξε μέσα στο μάτι του τυφώνα – στο χωνί. Ένοιωσε να βυθίζεται σε ένα μοβ σκοτάδι, που έμοιαζε με το απόλυτο χάος. «Πρέπει να παλέψω» ούρλιαξε. Το χέρι του τον βάραινε πολύ πια. Ο αγώνας ήταν άνισος, αλλά κι αυτός δεν θα παραδινόταν έτσι εύκολα. «Θεέ μου, σώσε με!!» ψιθύρισε και με μια κίνηση που θύμιζε αετό που ζύγιαζε τα φτερά του, έκοψε το στρόβιλο στα δυο.

Τώρα βρέθηκε στο άπλετο φως, στον απόλυτο ήλιο. Ένοιωθε το κορμί του να λιώνει, τα μέλη του να χαλαρώνουν, ήθελε να κοιμηθεί – ήταν τόσο κουρασμένος!! Όχι! σκέφτηκε κι έκανε μια μικρή στροφή για να απομακρυνθεί από το πυρ. Το φως γινόταν πιο γλυκό, αλλά ήταν ακόμη πολύ έντονο. Τα μάτια του πονούσαν, αλλά το κορίτσι άρχισε να παίρνει μορφή στην αγκαλιά του. Το φως γέμισε σκιές. Ο Χριστόφορος προσπάθησε να κρατήσει τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά. Τον πονούσαν όλο και πιο πολύ και το κεφάλι του ήταν βαρύ σα σιδερένια σφαίρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου