Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Αφροδίτη....

Ο Αρμάος ανάπνευσε βαθιά. Βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χριστόφορου. «Όλοι κοιμούνται!» σκέφτηκε. Βολεύτηκε στη βεράντα του σπιτιού. «Μεγάλη ευτυχία να είσαι άνθρωπος (ή και Ιώνιος στον τόπο σου – άκουσε μια μυστική φωνή μέσα του που την απόδιωξε όμως αμέσως). Τρως, κοιμάσαι, ζεις». Ενώ εκείνος;
«Αρμάο!!» άκουσε τη φωνή του αφεντικού. «Πάλι λουφάρεις!!»
«Πέστε μου η εξοχότητά σας.» τινάχτηκε σαν ελατήριο ο δύστυχος Ιώνιος.
«Βρες το παιδί. Πανάθεμά τον, δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό του. Ο Νέστορας όμως μου είπε ότι αύριο φεύγουν για Δελφούς! Να μπεις στο ελικόπτερο. Και …δούλεψε. Εσύ θα μου φέρνεις νέα, όχι εγώ σε σένα! Αν μου είσαι άχρηστος θα σκεφτώ αν θα σε στείλω στη χρονοδίνη ή στις Ερινύες !!».

Ο Αρμάος ανατρίχιασε! Οι Ερινύες ήταν ένα είδος αιώνιων σαρκοβόρων πτηνών που τρέφονταν από τους εξόριστους στις αστρικές δύνες. Ακολουθούσαν θαρρείς έναν ορισμένο κύκλο και σε τακτά χρονικά διαστήματα περνούσαν και κατασπάρασσαν το σώμα τους – σε όποια μορφή κι αν ήταν αυτό! Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το αφεντικό τον είχε στείλει μια φορά να παρακολουθήσει μια τέτοια σκηνή και ο Αρμάος ένοιωσε τα σωθικά του να ξεριζώνονται και μόνο που το έβλεπε. Ώσπου να ξαναγυρίσουν οι Ερινύες, το σώμα του κατάδικου είχε αποκατασταθεί και το μαρτύριο ξανάρχιζε. Το αφεντικό του είχε πει ότι όσο περνούσε ο καιρός η διαδικασία επιταχύνονταν και οι Ερινύες έρχονταν όλο και πιο συχνά.

«Πρόσεχε καλά Αρμάο! Αν αποτύχεις αυτή τη φορά, δεν θα υπάρχει έλεος για σένα!! Λοιπόν, εγώ μπορώ να ακούω, όχι όμως και να επηρεάζω τα παιδιά. Προσπάθησε εσύ.»
Ο Αρμάος όρμησε να βρει το αγόρι. Έψαξε δυο φορές όλο το σπίτι, αλλά Χριστόφορο δε βρήκε! «Μην πανικοβάλλεσαι! Ο Νέστορας είναι εδώ. Θα έρθει κι εκείνος. Και σταμάτα να νομίζεις ότι το αφεντικό κάθεται όλη την ώρα και ακούει εσένα! Έχει κι άλλες δουλειές να κάνει!» Σταμάτησε για λίγο και περίμενε με κομμένη την ανάσα. Πράγματι, η άγρια, ουδέτερη και γυμνή από κάθε χροιά φωνή του αφεντικού δεν ακούστηκε.
Ο Αρμάος ένοιωσε ανακούφιση. Θα έπαιρνε έναν υπνάκο στη βεράντα. Ακόμη και τα αερικά κουράζονται! Γιατί ο Αρμάος δεν είχε σώμα. Ήταν φάντασμα, αέρας, διάφανος. Δεν έπιανε τίποτα, δεν έτρωγε τίποτα. Ήταν αέρας και ζούσε από τον αέρα. Και θα ήταν έτσι για πάντα. Δεν υπήρχε ηλικία γι αυτόν, δεν υπήρχε θάνατος. Το μόνο κακό ήταν ότι ένοιωθε το σώμα του και ότι εκείνο πάλι ένοιωθε κάθε πόνο και μάλιστα σε μεγαλύτερη ένταση από τότε που ήταν ένας κανονικός Ιώνιος. Αν κοβόταν με μαχαίρι για παράδειγμα, δεν έτρεχε αίμα, αλλά η πληγή τον πονούσε και τον βασάνιζε πολύ. Και το αφεντικό του το εκμεταλλεύονταν αυτό συχνά και με πολλούς τρόπους. Ναι, ο Αρμάος ήταν ο πέμπτος επιζήσας, εκείνος που η κα Μπικίνι είχε πει ότι δεν μπόρεσε να πάρει ξανά το σώμα του. Εκείνο που η κα Μπικίνι δεν ήξερε ήταν ότι ο ταλαίπωρος Αρμάος ήταν σκλάβος του σωματικού πόνου, χωρίς καν σώμα…

Ο Χριστόφορος έσκυψε καλύτερα πάνω από το νερό για να ξεχωρίσει την εικόνα. «Η νεράιδα παίζει μαζί μου» αστειεύτηκε στον εαυτό του το αγόρι. Αλλά πάλι ήταν σίγουρος γι αυτό που έβλεπαν τα μάτια του! Πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του στο μέρος που υπολόγισε ότι θα ήταν το κεφάλι. Με έκπληξη άγγιξε τα μαλλιά που καθρεφτίζονταν χρυσαφένια στο νερό. Κοιτώντας πάντα στην υδάτινη επιφάνεια, μη μπορώντας να δει το πρωτότυπο γύρισε το κεφάλι έτσι, ώστε να φανεί το πρόσωπο.
«Αφροδίτη!!» φώναξε. Το όμορφο πρόσωπο της κοπέλας ήταν ταλαιπωρημένο. «Αφροδίτη!» ξανάπε το αγόρι πιο σιγά αυτή τη φορά. Ακούμπησε το κεφάλι της απαλά στην άμμο κι έτρεξε να φέρει το μπουκαλάκι με το νερό. Σταγόνα - σταγόνα της δρόσισε τα ξερά χείλη της, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για ό,τι έκανε. Ο Γαυγάκιος είχε δεχτεί κάθε τι γήινο. Αλλά εκείνον τον βρήκε στην ίδια κατάσταση με αυτή που τον είχε αφήσει εκεί, ενώ το κορίτσι…το κορίτσι ήταν αόρατο!
«Χριστόφορε!» η αδύναμη φωνή της τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κοίταξε στο νερό και είδε τα κατάμαυρα μάτια της να τον κοιτάζουν με αγωνία. «Φοβάμαι πολύ!» ψιθύρισε με δυσκολία.
Ο Χριστόφορος προσπάθησε να τη σηκώσει. Το κορίτσι ήταν ελαφρύ – όσο όμως κι εκεί - παρατήρησε με έκπληξη ο Χριστόφορος.
«Δεν είμαι Ιώνια» άκουσε την Αφροδίτη. «Άργησες. Σε απορρόφησαν τα γήινα και δε με άκουγες. Ακόμη κι ο Γαυγάκιος σου το είπε».
Ο Χριστόφορος ένοιωσε τύψεις.
Το κορίτσι τώρα μπόρεσε να καθίσει. Ήταν καλά, αλλά πολύ αδύναμη. «Πάλευα» μπόρεσε μόνο να πει.
Ο Χριστόφορος κατάλαβε πως η Αφροδίτη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει ξανά. «Μείνε εδώ. Θα φέρω μία βάρκα..»
Εκείνη έγνεψε θετικά και του χαμογέλασε – χωρίς να ξέρει πως εκείνος δεν μπορούσε να τη δει.. «Γιατί δε με κοιτούσε, αλλά είχε τα μάτια του στραμμένα στο νερό;» σκεπτόταν καθώς τον έβλεπε να φεύγει. Βεβαιώθηκε ότι φορούσε την πλεχτή φόρμα της πατρίδας της. Θυμόταν ότι τα συμβατικά ρούχα του Χριστόφορου και των Ιώνων δεν άντεχαν σε τέτοιες μεταφορές… Όλα καλά λοιπόν. Θα περίμενε. Είχε τόσα να μεταφέρει στο Χριστόφορο. Και τίποτα δεν ήταν ευχάριστο…

Όλα έγιναν γρήγορα. Η μαμά Όλγα, η μόνη που δεν κοιμόταν, άκουσε το αγόρι να ανεβαίνει και φώναξε από την κουζίνα «Έλα σου έχω στο τραπέζι ζεστό μουσακά!».
«Σε λίγο» απάντησε λαχανιασμένο το αγόρι κι άφησε την Αφροδίτη στο κρεβάτι.
«Πρόσεχε Χριστόφορε. Χτύπησα.» παραπονέθηκε εκείνη.
«Συγγνώμη, δεν υπολόγισα καλά..»
Και τότε η Αφροδίτη κατάλαβε το λόγο. Ήταν αόρατη!! Το κορίτσι αν και αδύναμο πετάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλό της την κοίταξε ξαφνιασμένο και ταλαιπωρημένο «Μα… να ΄μαι!».
«Το ξέρω απάντησε εκείνος. Σε είδα κι εγώ στο νερό».
Το κορίτσι ανάπνευσε «Τουλάχιστον δεν είμαι αερικό. Είμαι σκιά..».
Ο Χριστόφορος κατέβηκε στην κουζίνα και πήρε το φαγητό στο δωμάτιό του. «Λοιπόν, λίγη ελληνική τροφή; Προειδοποιώ ότι έχει και κρέας».
Η Αφροδίτη ήταν αποφασισμένη για όλα. «Εξάλλου ξέρω πως δεν θα πεθάνω από φαγητό..» είπε μισοαστεία – μισοσοβαρά, δοκιμάζοντας μία μικρή μπουκίτσα.
«Ευτυχώς που γίνεται και η τροφή σκιά» γέλασε ο Χριστόφορος «φοβόμουνα ότι θα την βλέπω να κατεβαίνει στο στομάχι σου»
Τα δυο παιδιά γέλασαν. Το κορίτσι αισθάνονταν ήδη πολύ καλύτερα.

Ο Αρμάος άκουσε φωνές και ξύπνησε. Ένα αγόρι ερχόταν και κρατούσε κάτι. Δε βιάστηκε να πλησιάσει. Άφησε το Χριστόφορο να μπει στο δωμάτιο και κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα. «Μια σκιά!» ψιθύρισε. Γύρισε και αθόρυβα βγήκε έξω στο δρόμο. «Αφεντικό!» κάλεσε «Αφεντικό!! Νέα!!»
Η φωνή ακούστηκε βραχνή «Λέγε και να αξίζει τον κόπο»
Ο Αρμάος είπε θριαμβευτικά «Είναι εδώ μια σκιά. Όχι Ιώνια. Μάλλον έποικος.»
Η φωνή ακούστηκε αγριεμένη «Κι εκείνος ο άχρηστος γιατί δεν επικοινώνησε μαζί μου; Μόνο αξιώματα θέλει; Εσύ να προσέχεις. Αυτή είναι επικίνδυνη. Αν σε καταλάβει, εξουδετέρωσέ την» και η συζήτηση τέλειωσε. Το …αφεντικό βιαζόταν……

Ο Χριστόφορος είδε ότι το κορίτσι ήταν πια καλά. «Πες μου πώς βρεθήκατε εδώ εσύ και ο Γαυγάκιος;»
Τα μάτια της Αφροδίτης σοβάρεψαν. «Ήξερα τον τρόπο που θα φεύγατε. Ο βαρκάρης κι εγώ ήμαστε παλιοί γνώριμοι.. Όλοι οι βαρκάρηδες στο πέρασμα κατάγονται από τη δική μου φυλή. Είναι κάτι σαν κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Ίσως γι αυτό το λόγο γνωρίζουμε όλοι πώς θα πεθάνουμε. Στην αρχή δεν ήθελε να με πάρει. Του θύμισα όμως κάποια δικά μας, τον απείλησα. Μου τόνισε πως δεν μπορούσε να εγγυηθεί τίποτα – ούτε καν επιστροφή. Δεν τρόμαξα. Ήθελα να έρθω. Εκείνος μου είπε για τη στολή που φοράω. Δεν έπρεπε να με δείτε. Έτσι κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του. Ο Γαυγάκιος με ακολούθησε. Όταν ακούστηκαν τα βήματά σας τον κοίμισα για να μην μας αποκαλύψει…».
Ο Χριστόφορος τόλμησε την ερώτηση «Και η Φοίβη;»
Το κορίτσι τον κοίταξε στα μάτια «Η Φοίβη δεν μπόρεσε να περάσει, Χριστόφορε, αλλά ούτε πίσω γύρισε».
«Θεέ μου!» τρόμαξε το αγόρι.
«Παγιδεύτηκε στο χωροχρόνο». Η Αφροδίτη κούνησε το κεφάλι της «Πώς να το πω, είναι φυλακισμένη σε έναν ανύπαρκτο χώρο και χρόνο. Ο Αχέροντας είχε διαταγή να περιμένει να δει τι θα γίνει. Για σένα η πορεία ήταν ομαλή. Σε άφησε στην παραλία, όταν έσπαζε η χρονοκαθυστέρηση. Μπορούσα λίγο να αισθανθώ τι γινόταν. Το κορμί σου τινάχτηκε πάνω από τα κύματα κι έπεσες στην άμμο. Τρόμαξα μην πνιγείς. Δεν έπρεπε όμως να μιλήσω. Ήταν η σειρά της Φοίβης. Μόλις εκείνη βγήκε από τη βάρκα, χάλασε ο κόσμος. Παρουσιάστηκε ένα χάσμα, …ένα πώς να το περιγράψω ένα τίποτα. Και την κατάπιε. Έμειναν τα μάτια της παγωμένα από τον τρόμο να με κοιτάνε, χωρίς να το ξέρει καν. Τότε ο Γαυγάκιος που τον ξύπνησε η φασαρία, πετάχτηκε έξω από τη βάρκα κι άρχισε να κολυμπά. Μετά τον έχασα.
Ο Αχέροντας έπρεπε να στείλει μήνυμα ότι κάτι πήγε στραβά. Οι Αχέροντες δεν μιλάνε. Σήκωσε το μαύρο πανωφόρι του και το κράτησε πάνω από το κεφάλι για λίγο. Άκουσα τη φωνή του Σεβάσμιου και πετάχτηκα έξω. Δε φοβόμουν. «Θα πάω εγώ» «Δεν μπορείς…» απάντησε. Θα σε ρουφήξει η χρονοδίνη» «Όχι. Θα τα καταφέρω.». Ο Σεβάσμιος φάνηκε να διστάζει, αλλά δεν είχε κι άλλη επιλογή. «Βοήθα το Χριστόφορο και φέρε πίσω το φυλαχτό» είπε μόνο. Τότε άκουσα βαθιά, μυστικά μέσα μου τη φωνή της κας Μπικίνι. «Αφροδίτη… πες στο Χριστόφορο ότι η Φοίβη θα αντέξει το πολύ έξι γήινες μέρες. Αν γυρίσεις με το φυλαχτό, εκείνο θα τη φέρει πίσω. Αλλιώς, η Φοίβη θα γίνει ένα αστέρι που θα λάμπει πάντα στο διάστημα… Καταλαβαίνεις…».

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

ΤΡΙΤΗ: Η Σπηλιά της Νεράιδας

«Αχ με ξέχασες μπαρμπα – Νικόλα» φώναξε το αγόρι που κατέβηκε βιαστικά στον κήπο. Η ώρα ήταν έξι κι ένα λεπτό.
Εκείνος άπλωσε το χέρι του: «Αυτό. Τίποτα περισσότερο.» Στα δάχτυλά του κρέμονταν ένα γαλάζιο μεταξωτό μαντήλι.
Ο Χριστόφορος αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την έκπληξή του. «Το μαντήλι μου εκεί!!». Θα πρέπει μάλλον να φώναξε γιατί πετάχτηκαν από την κουζίνα όλοι: ο Νέστορας με ένα ποτήρι γάλα, η μαμά Όλγα με αλεύρι στα χέρια και ο Γαυγάκιος που έστειλε ανήσυχος τα κεφάλια του σε 3 διαφορετικές κατευθύνσεις. «Αργήσαμε» αρκέστηκε να πει το αγόρι. «Η Αθηνά θα περιμένει..». Η μαμά –Όλγα βιάστηκε να ξαναμπεί στην κουζίνα και ο Νέστορας να τελειώσει το γάλα του. «Σ’ ευχαριστώ» είπε μέσα από την καρδιά του ο Χριστόφορος στο γέροντα και συνέχισε δένοντας το μαντήλι στον καρπό του «να είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει τίποτα να ανησυχείς…»

Ο Νέστορας τον περίμενε ήδη στην εξώπορτα με δυο τσουρεκάκια στα χέρια «Για το δρόμο..» είπε δίνοντας το ένα στον αδερφό του. Ο Γαυγάκιος ακολουθούσε μπουκωμένος κουνώντας τη φιδίσια ουρά του. «Πολύ γρήγορα προσαρμόστηκε σε όλα αυτός…» σχολίασε ο Νέστορας.
Το πρωινό ήταν υπέροχο. Παρά τον λαμπερό ήλιο που αυτή την ώρα φλέρταρε ακόμη με τη θάλασσα, βάφοντάς τη χρυσαφιά, η νυχτερινή δροσιά δεν είχε υποχωρήσει εντελώς.

Το αυτοκίνητο της Αθηνάς περίμενε ήδη στη στροφή. «Τι θα γίνει με εσάς; Συνέχεια θα αργείτε; Καλημέρα Γαυγάκιε!».

Ο Χριστόφορος ήταν ανήσυχος. Είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος και οι ελπίδες να βρει το κορίτσι ήταν μάλλον ελάχιστες. Αν δε γινόταν τίποτα και σήμερα θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη Φοίβη και να αρχίσει να ψάχνει για το φυλαχτό. Οι μέρες είχαν γίνει εικοσιοκτώ. Οι έλικες άρχισαν να γυρίζουν και τα παιδιά έπαψαν να μιλούν. Ο Γαυγάκιος μαζεύτηκε σε ένα καλάθι. Η καινούρια εμπειρία του ήταν πολύ ευχάριστη.
«Λοιπόν η γη του πάει πολύ!» παρατήρησε ο Νέστορας.

Το ελικόπτερο σηκώθηκε ψηλά και ύστερα έπιασε την παραλία από την αρχή της. Βάρκες που είχαν ανοιχτεί στα βαθιά και πρωινοί κολυμβητές τους χαιρετούσαν. Ήταν ακόμη πολύ πρωί και η παραλία δεν είχε ζωντανέψει. Η αναζήτηση κράτησε πάνω από τρεις ώρες, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. Ο πιλότος σήκωσε το ελικόπτερο ψηλά. Έπρεπε να επιστρέψουν. Ο Χριστόφορος δεν έκρυβε τη στενοχώρια του. Δεν θα έψαχνε άλλο το κορίτσι. Θα έπρεπε να σκεφτεί το πού θα έβρισκε το φυλαχτό, αλλά και κάτι άλλο ακόμη πιο δύσκολο: το πώς θα το έστελνε σε εκείνους…

Ο Αρμάος βρισκόταν πια στην Αθήνα. Τον διασκέδαζε πάντα να πετάει με αεροπλάνο. Ιδιαίτερα, γιατί περνούσε απαρατήρητος από όλους τους ελέγχους. Τον ευχαριστούσε να κοροϊδεύει κι αυτός τους γήινους με τον τρόπο του. Βέβαια αν το ανακάλυπτε το αφεντικό, θα του στερούσε κι αυτή τη χαρά. Είχε νεύρα τώρα τελευταία, πολλά νεύρα. Έφτανε μάλλον η παράξενη εκείνη ώρα. Άρχισε να συμβαίνει από τότε στον Όλυμπο. «Και τώρα το καράβι..» είπε σχεδόν δυνατά, τόσο που τρόμαξε και ο ίδιος. «Θα ανεβούμε ωραία και καλά και θα κατέβουμε στο λιμάνι..»

Τα παιδιά καθόταν τώρα στον κήπο της Αθηνάς. «Και τώρα;» έθεσε την ερώτηση ο Νέστορας.
Ο Χριστόφορος άδειασε το ποτήρι με την παγωμένη βυσσινάδα και πήρε την γνωστή επιβλητική του στάση. «Αθηνά, σε χρειαζόμαστε, εσένα και το ελικόπτερό σου. Αν πάλι δεν μπορείς ή δεν θέλεις να μπεις σε αυτό το παιχνίδι, το καταλαβαίνω. Είναι δύσκολο κι επικίνδυνο.»
Η Αθηνά σηκώθηκε και βημάτιζε πάνω – κάτω. «Είμαι μαζί σου. Και για το ελικόπτερο θα το κανονίσω. Απλά Χριστόφορε, το σκέφτηκες καλά αυτό που ξεκινάς; Μήπως θα έπρεπε να ξέρει και κάποιος δικός σου την όλη ιστορία;».
«Ποιος Αθηνά;» είπε χωρίς να κρύβει κάποια πίκρα ο νέος. «Ο πατέρας μου; Ακόμη και το θείο Σάιμον δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ. Ακόμη, αν τον μπλέξω; Αν βάλω τη ζωή του σε κίνδυνο; Μήπως γι αυτό το λόγο δε διστάζω και για σένα τώρα;»
«Για μένα δεν ανησυχεί τελικά κανένας!» είπε ο Νέστορας που έκανε το ζογκλέρ με ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό τόση ώρα.
«Γαυγάκιε δάγκωσέ τον!» Το κυώνι που μόλις είχε ανακαλύψει τις γάτες και τις χαρές που προσφέρει το κυνήγι τους, γάβγισε άγρια στον Νέστορα.
«Νάτος θυμήθηκε πώς να γαβγίζει..» κορόιδεψε ο Νέστορας «Και να φανταστείς ότι τον είπαμε Γαυγάκιο γιατί εκεί πάντα γάβγιζε.»
Ο Χριστόφορος σκέφτηκε ότι απέφευγε πάντα να ονομάσει την κατασκήνωση. Ο Νέστορας όμως είχε καταφέρει να απαλύνει την ατμόσφαιρα.
Η Αθηνά είχε αποφασίσει. «ΟΚ! Εμείς λοιπόν. Έπειτα είναι και ο κύριος Σταύρος. Είναι πιλότος, αλλά και σωματοφύλακάς μας – ο τέταρτος της παρέας. Θα πρέπει να του πούμε κάτι. Τόσα όμως όσα χρειάζεται. Ο μπαμπάς θα μάθει όλα όσα του πούμε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο..».
Ο Χριστόφορος μετά από τη συμφωνία πήρε φωτιά. «Δυστυχώς ξέρουμε ελάχιστα. Θα ξεκινήσουμε από τους Δελφούς. Αν σταθούμε τυχεροί θα βρούμε κάποιο στοιχείο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι οι πιθανότητες να έχει σωθεί ένα τέτοιο χάλκινο φυλαχτό είναι μάλλον περιορισμένες. Αλλά, αν δεν προσπαθήσω Αθηνά, θα είναι σα να τους σκοτώνω εγώ.»

«Σας ζητάνε από Ελλάδα κύριε καθηγητά» η Ματίλντε διέκοψε τον Σάιμον από τη μελέτη ενός εγκωμίου στον Ικτίνο. Χωρίς να σταματήσει το διάβασμα εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο. Τα λόγια από την άλλη άκρη του τηλεφώνου, τον έκαναν να αφήσει το διάβασμα, να βγάλει τα γυαλιά του και να πεταχτεί όρθιος. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο κάλεσε τη γραμματέα του «Ματίλντε, κλείσε εισιτήριο για Αθήνα με την πρώτη πτήση που θα βρεις….» κι έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του. Η Ματίλντε δεν μπόρεσε να καταλάβει αν ο καθηγητής ήταν ανήσυχος ή απλά ενθουσιασμένος. Σήκωσε τους ώμους της και άρχισε να ψάχνει για εισιτήριο.

«Μένει να φτιάξουμε μια ιστορία πιστευτή για τους δικούς μας. Μην ξεχνάς, εγώ ζητάω και ελικόπτερο αγκαζέ!» αστειεύτηκε η Αθηνά. Η περιπέτεια είχε ήδη ξεκινήσει για την παρέα.
Ο Χριστόφορος για λίγο σκέφτηκε τη Φοίβη «Θα ήταν κι εκείνη ανάμεσά μας. Ίσως λίγο αμήχανη και ντροπαλή… έξω από τα νερά της». Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να συνεχίσει τις σκέψεις του αυτές. Τέντωσε το κορμί του και με πείσμα που φαινόταν μόνο στο σαγόνι του είπε «Πρέπει να τα καταφέρουμε. Προτείνω να πούμε σχεδόν την αλήθεια: ότι δηλαδή ψάχνουμε για ένα φυλαχτό που ανήκε σε κάποιο πρόγονό μου. Εξάλλου, μόνο τώρα το καλοκαίρι έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάτι τέτοιο. Κι επειδή δεν θέλουμε να αναλώνουμε χρόνο σε καράβια και άλλα αργά μεταφορικά μέσα, μας πρότεινες το ελικόπτερο. Νομίζεις πως θα έχει αντίρρηση ο πατέρας σου;».
«Αντίθετα, θα με επιβραβεύσει κιόλας. Ξέρεις πόσο του αρέσουν αυτά και πόσες ώρες περνάει με το θείο σου!»
Ο Χριστόφορος φάνηκε να ανησυχεί για μια στιγμή «Είναι βέβαια τα καύσιμα και τα υπόλοιπα έξοδα».
Το κορίτσι βιάστηκε να τον καθησυχάσει. «Τα βρίσκουμε αργότερα αυτά….» κι έτρεξε στο τηλέφωνο. Η συνομιλία ήταν σύντομη. Ο πατέρας της ήταν πολυάσχολος και συνήθιζε να αποφασίζει μάλλον γρήγορα. «Να ενημερώσεις το Σταύρο για να φτιάξει το πρόγραμμά του» τόνισε. «Και να με πάρει ένα τηλέφωνο».

Το Σταύρο τον εμπιστεύονταν ο εφοπλιστής και ο Σταύρος πάλι το ήξερε. Τρεις έφηβοι στους Δελφούς για να βρουν ένα αρχαίο κειμήλιο… Ο Σταύρος έπρεπε να υπολογίσει όλα τα πιθανά σενάρια. Παλιός αξιωματικός της αεροπορίας, έμπειρος στην οργάνωση αποστολών, αποστρατεύτηκε για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί. Γνωρίστηκε με τον πατέρα της Αθηνάς τυχαία, αλλά γρήγορα έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Εκείνος του εμπιστεύτηκε ό,τι πολυτιμότερο υπήρχε για αυτόν στον κόσμο: την οικογένειά του. Ο Σταύρος αφοσιωμένος πάντα στο καθήκον, δεν απόχτησε ποτέ δική του οικογένεια. Την Αθηνά τη γνώρισε μωρό – τριών μηνών. Δέθηκε όμως μαζί της τότε που ενός έτους την είχαν απαγάγει και ζητούσαν ένα τεράστιο ποσό για να μην τη σκοτώσουν. Ο πατέρας της τρελαμένος από την αγωνία επέμενε να τα δώσουν. Ο Σταύρος πάλι έλεγε πως έτσι υπέγραφαν την καταδίκη της. Πήγε μόνος του στο ραντεβού. Γύρισε με το κορίτσι και μια σφαίρα στο δεξί του μπράτσο. Τα υπόλοιπα τα κανόνισε ο εφοπλιστής. Από τότε ο Σταύρος έβλεπε το κορίτσι. να μεγαλώνει και χαίρονταν σα να ήταν δικό του παιδί.

Πριν καλά – καλά φτάσουν τα αγόρια στο σπίτι, το κινητό του Νέστορα τους έφερε τα νέα. Η πτήση είχε οριστεί για την επόμενη το πρωί στις 7:00. Να περνούσαν να τους έπαιρναν στις 6:30; «Ναι!» έσφιξε τη γροθιά του ο Χριστόφορος.
«Νέστορα πάμε για μια βουτιά στη θάλασσα και δροσεροί – δροσεροί να βουτήξουμε μετά στο Internet;» Το αγόρι όμως ήταν μάλλον κουρασμένο. Προτίμησε να φάει και να κοιμηθεί. Ο Χριστόφορος βρίσκονταν σε υπερένταση. «Μη με ψάξεις!» είπε δίνοντας ένα πεταχτό φιλί στην μαμά Όλγα. «Θα πάω για μπάνιο στη Σπηλιά της Νεράιδας. Θα γυρίσω όμως νωρίς…»

Δύσκολα πλησίαζε κανείς στη σπηλιά. Το δρομάκι στενό και δύσβατο σε πολλά σημεία ακολουθούσε το χείλος του γκρεμού. Όσοι ήθελαν να κολυμπήσουν στη σπηλιά, πήγαιναν για σιγουριά με βάρκα μέχρις ένα σημείο, αλλά μετά έπρεπε να κολυμπήσουν ως εκεί. Πέρα από αυτούς τους δυο τρόπους δεν υπήρχε σημείο προσέγγισης. Ο Χριστόφορος ανέβαινε από το μονοπάτι. Ήταν από τα πιο ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού κι αυτό του έδινε τη σιγουριά ότι θα ήταν ο μόνος που θα απολάμβανε τα μυστήρια της σπηλιάς. Το τελευταίο σημείο ήταν το πιο δύσκολο. Ένα κομμάτι ξηράς το είχαν πάρει τα κύματα κάποιο χειμώνα. Έτσι τώρα έπρεπε να πιαστεί κανείς από τα πάνω βράχια και να κρεμαστεί από τα χέρια του. Αυτό έκανε κι ο Χριστόφορος. Στη συνέχεια με ένα σάλτο απέφυγε τα κοφτερά βράχια που ξεπρόβαλαν στα νερά από κάτω του και πάτησε τη μαλακή άμμο.

Τον τύλιξε μια ψυχρή ηρεμία. Τα νερά ήσυχα και γαλαζοπράσινα έστελναν το φως τους στο πέτρινο θόλο. Η αμμουδιά ήταν μικρή, όσο άφηνε κάθε χρόνο ο χειμώνας για να αποσταίνουν τα χειμωνιάτικα πουλιά. Ήταν όμως απαλή και χρυσαφένια και χάιδευε τα πόδια του Χριστόφορου. Η μουσική από το ΜΡ3 του αν και πολύ χαμηλή δημιουργούσε αντίλαλους πολλούς και διαφορετικούς, που έμοιαζαν να έρχονται απ’ όλα τα σημεία της. Κάθισε στην άκρη του νερού, αφηρημένος. Τα δάχτυλά του παίδευαν τον σχεδόν ανύπαρκτο αφρό, έπιαναν λεία βότσαλα και τα πέταγαν με δύναμη ως έξω σχεδόν από τη σπηλιά. Έψαξε να βρει επίπεδες πετρούλες για να κάνει «ψαράκια». Με την πρώτη κατάφερε οκτώ. Απείχε πολύ από το ρεκόρ του! Κοίταξε καλύτερα για καταλληλότερες πέτρες.
Και τότε είδε κάτι πολύ παράξενο. Το νερό καθρέφτιζε μισοκρυμμένη στην άμμο, μια κοριτσίστικη φιγούρα. Αυτόματα σήκωσε τα μάτια του να αναζητήσει την κάτοχο του ειδώλου. Κανείς. Κι όμως το είδωλο ήταν πάντα εκεί, ξαπλωμένο κι ακίνητο, μισοκρυμμένο από την άμμο.

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Ξημερώνοντας η Τρίτη.....

Στο σπίτι το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Οι γέροντες ήταν καθισμένοι στον κήπο και τους περίμεναν.
«Καταλαβαίνεις Χριστόφορε, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Όσο να ΄ναι, νοιώθουμε υπεύθυνοι για σας. Σας έχουμε σαν εγγόνια μας, αλλά και ο πατέρας σας μας εμπιστεύτηκε» έλεγε ο μπαρμπα Νικόλας.
«Καλέ τι είναι αυτό;» έκανε τρομαγμένη η μαμά -Όλγα και σταυροκοπήθηκε.
«Αυτός είναι ο καλός μου φίλος ο Γαυγάκιος» σύστησε το κυώνι ο Χριστόφορος με το αφοπλιστικότερο χαμόγελο που διέθετε «Θα μου τον προσέχεις;»
Τα λόγια βρήκαν το στόχο τους. Το ζητούσε ο αγαπημένος της. Η γερόντισσα ξεθάρρεψε και πλησίασε «Είναι ομορφούλης. Μου φαίνεται όμως νηστικός» και αποφασιστικά τον πήρε στην αγκαλιά της και τράβηξε προς την κουζίνα. Το κυώνι πάλι σα να κατάλαβε τη ζεστασιά της αγκαλιάς, κούρνιασε σε αυτή και τρία ζευγάρια μάτια στράφηκαν με προσμονή στο πρόσωπο εκείνης.

Όταν η μαμά Όλγα χάθηκε στην κουζίνα της ο Χριστόφορος στράφηκε στον μπαρμπα Νικόλα. «Μπαρμπα Νικόλα γνωρίζεις όλους τους ψαράδες της περιοχής, έτσι;»
Παραξενεύτηκε ο γέροντας «Και βέβαια! Δεν είμαστε και πολλοί. Μόνο κάτι νεαρούς ξενομερίτες δεν ξέρω. Τι θες;»
«Μια πληροφορία. Πόσο πρωί μπορείς να τους πάρεις τηλέφωνο;»
Ο γέροντας συγχύστηκε «Τι τηλέφωνο παιδάκι μου; Σάμπως δε μαζευόμαστε κάθε πρωί χαράματα στου κυρ –Μηνά το καφενεδάκι και τα λέμε πίνοντας το καφεδάκι μας;»
«Ναι αλλά εγώ έξι η ώρα το πρωί θέλω νέα σου.»
«Έξι η ώρα θα τα χεις. Τι ζητάς όμως;».
Ο Χριστόφορος κοίταξε προς την πόρτα της κουζίνας κι έσκυψε συνωμοτικά « Αν βρέθηκε κανένα κορίτσι στην παραλία, τότε που βρήκες κι εμένα. Μην το μάθει όμως η κυρούλα σου!»
Του γέροντα τα μάτια στένεψαν. Κοίταζε πότε το Χριστόφορο και πότε τον Νέστορα.
«Μη βάζεις κακό στο νου σου. Σε παρακαλώ. Και μη ρωτήσεις τίποτα άλλο.»
«Καλά» αναστέναξε ο γέροντας «αν και θα το ήξερα. Αλλά θα ρωτήσω… Χριστόφορε…..είσαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελες να μιλήσεις με κάποιον;».
Ο Χριστόφορος τέντωσε το κορμί του και πήρε εκείνο το περήφανο, επιβλητικό ύφος που τον χαρακτήριζε σε στιγμές αμφισβήτησης. «Εμπιστέψου με» είπε απλά, χωρίς παρακάλια αυτή τη φορά και στράφηκε να φύγει.
Ο Νέστορας τον ακολούθησε.

Ο μπαρμπα – Νικόλας έμεινε στον κήπο. Δε νύσταζε. Ποτέ του δεν είχε αγαπήσει τον ύπνο και τα γερατειά τον είχαν λιγοστέψει ακόμη περισσότερο. Ήταν ανήσυχος. Γνώριζε καλά τον Χριστόφορο. Ήταν περισσότερο άντρας και λιγότερο παιδί. Δεν μπορούσε να έχει κάνει κάτι κακό. Τα χθεσινά ήταν παράξενα και τούτο πάλι σήμερα….
«Τι σκέπτεσαι;» τον διέκοψε η γυναίκα του που κάθισε πλάι του.
«Ίσως γεράσαμε πολύ, γυναίκα» απάντησε εκείνος «ίσως πια ο κόσμος μας έβαλε στην άκρη.»
Εκείνη χαμογέλασε. Τον ήξερε τόσα χρόνια τώρα. Ήταν αναποφάσιστος. Και ο λόγος δεν ήταν άλλος από τα χθεσινά του Χριστόφορου.
«Δεν θα της πω» αποφάσισε εκείνος κοιτάζοντάς την με τρυφερότητα. «Θα μοιρολογάει όλο το βράδυ.. Δε θα της πω». Φόρεσε το σακάκι που εκείνη του είχε ρίξει απαλά στους ώμους.
«Άντε σύρε κοιμήσου. Ξημερώνει. Και το πρωί έχεις τόσα να κάνεις…»

Σε κάποιο άλλο μέρος της γης, άλλα δυο όντα νοιάζονταν γι αυτά που συνέβαιναν στο Χριστόφορο. «Αρμάο!!!» ούρλιαξε μια φωνή «πού ξεχάστηκες πάλι!!»
Ο Αρμάος ακούστηκε τρομοκρατημένος «Εδώ, εδώ! Τι επιθυμεί η εξοχότητά σας;;»
«Ετοιμάσου! Το λαγωνικό βγαίνει για κυνήγι. Τσακίσου να πας, τώρα αμέσως. Θα παρακολουθείς αυτό το απαίσιο πλάσμα συνέχεια. Μου κόστισε πολύ ακριβά η γέννησή του. Κάποτε όμως θα μου το ξεπληρώσει και με το παραπάνω!!». Ακολούθησε ο συνηθισμένος χείμαρρος από κατάρες κι απειλές που συνόδευαν κάθε φορά το όνομα Χριστόφορος με την επωδό «Με κατάστρεψε, αλλά θα το πληρώσει!!»
«Και ποιες είναι οι εντολές σας;» τόλμησε να ρωτήσει ο Αρμάος.
«Τίποτα. Απλά ακολούθησέ τον. Θα τον βοηθήσουμε όσο χρειάζεται. Κι όταν το βρει, ε τότε ο Θεός να τον λυπηθεί! Του ετοιμάζω το τέλος που του αξίζει… Κι αυτόν και τους καινούριους του φίλους, εκείνους τους ανόητους Ιώνιους. Φύγε τώρα! Πάρε αεροπλάνο.»
Ο Αρμάος γέλασε με πίκρα. «Πάρε αεροπλάνο…»
«Αρμάο, ακούω τι σκέφτεσαι!» ακούστηκε απειλητική η φωνή. «Θυμάσαι τι μπορώ να σου κάνω αν θυμώσω αληθινά μαζί σου»
Ο Αρμάος ανατρίχιασε και λούφαξε.
Σχεδόν διασκεδάζοντας η φωνή συνέχισε «και φαντάσου τι θα σου κάνω αν αποτύχεις….»

Στις τέσσερις και κάτι ο μπαρμπα Νικόλας ήταν στο πόδι. Πέρασε από τον φίλο του τον κυρ-Λάμπρο, σπουδαίο ναυτικό στα νιάτα του και ήπιαν το καφεδάκι τους, ώσπου να σηκωθεί λίγο ο ήλιος. Ήταν φίλοι απ’ όταν παλικαράκια δούλευαν στο ψαράδικο του δικού του παππού. Μετά εκείνος έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο. Όταν απόστασε και τα χόρτασε όλα, ήρθε και άραξε ξανά στα χώματα του τόπου του, πλάι στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε. Του είπε όσα χρειάζονταν και ανοίχτηκαν να ψάξουν με τη βάρκα. Στις έξι ήταν ξανά στο σπίτι καθισμένος στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει ο Χριστόφορος.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Βράδυ Δευτέρας..........

Η Αθηνά τους περίμενε ανυπόμονη. Αυτή η κοπέλα είχε δύο στοιχεία που την ξεχώριζαν: τα καταγάλανα αμυγδαλωτά μάτια της, σπάνια για ελληνίδα με κατάμαυρα μαλλιά και τη μανία της με τη συνέπεια. «Είχαμε πει οχτώ και είναι οχτώ και δέκα..» ψευτομάλωσε τους Δουκάτους και τους φίλησε σταυρωτά, κατά το ελληνικό συνήθειο. «Τι έγινε με τα κινητά σας; Έπαιρνα όλη μέρα και μετά πήρα και τη μαμά Όλγα. Αφού δεν πήρατε, σκέφτηκα θα το ξέχασε η γερόντισσα και ξαναπήρα. Ευτυχώς απάντησε ο Νέστορας».
Ο Χριστόφορος μπήκε στον πειρασμό να της πει την ιστορία του, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. «Φαίνεται πως το χασα. Πες μας τα δικά σου. Τι ετοιμάζεις; Και, ξέρεις, οι μελανιές… ε.. απροσεξία!»

Η ώρα πέρασε μάλλον ευχάριστα τρώγοντας παγωτό σοκολάτα, κρέμα και μόκα με σιρόπι καραμέλα και σαντιγί. Η Αθηνά ήταν ικανότατη στο να διηγείται με τον πιο αστείο τρόπο τα πιο μικρά γεγονότα. Η παρέα μεγάλωνε και μίκραινε (σαν την Ύδρα – σκέφτηκε κάποια στιγμή ο Χριστόφορος κι ενοχλήθηκε από την ίδια του τη σκέψη) καθώς περνούσαν φίλοι και γνωστοί. Άρχιζε πάλι η γνωστή τελετουργία με τα σταυροφιλήματα και τις υποδοχές (λες κι έχουν χρόνια να βρεθούν ενώ ήταν πάλι μαζί μόλις το προηγούμενο βράδυ – όπως κορόιδευε ο Νέστορας) και ύστερα τα νέα του καθένα. Πέρασε ο Σταύρος και η Κατερίνα. Μετά η Ελευθερία και η Γεωργία, ο Σπυρίδωνας και η Στέλλα και κάποια στιγμή ο Χριστόφορος έχασε τον αριθμό. Κι όταν κάποιος άφηνε την παρέα, ο χαιρετισμός ήταν πάντα ο ίδιος «Στου Τζίμη κατά τις εντεκάμιση».
Για την καλοκαιρινή Ελλάδα αυτή ήταν η ώρα συνάντησης για έξοδο. Θαρρείς και τότε άρχιζε η παραλία να αποκτά ζωή και όλοι βιάζονταν να τη μοιραστούν. Ακόμη και οι μανάδες με τα καρότσια τότε αποφάσιζαν να βγάλουν τα μωρά τους στο σεργιάνι, να δροσιστούν, να παίξουν με τα πολύχρωμα φωτάκια και να κοιμηθούν αργότερα γλυκά στα καροτσάκια τους.

Στο τέλος έμειναν πάλι οι τρεις τους. «Πάμε να δούμε το φεγγάρι από τον μύλο του Αιγέα» πρότεινε η Αθηνά. Ο ψεύτικος μύλος ήταν το σύμβολο της παραλίας. Ήταν στημένος σε ένα βράχο που δέσποζε στο τέλος της παραλίας βαμμένος κατάλευκος με γαλάζια μπορντούρα. Ο βράχος έμοιαζε λίγο με το σημείο από όπου ο Αιγέας πήδησε στη θάλασσα όταν είδε το καράβι του γιου του να γυρίζει με μαύρο πανί από το Μινώταυρο. Γι αυτό και του έδωσαν το όνομα του βασιλιά. Το βράδυ ο φωτισμός του ήταν διακριτικότατος, σχεδόν ανύπαρκτος. Εκούσια άφηναν τα αστέρια και το φεγγάρι να τον φωτίζουν. Τα παιδιά έφτασαν στην άκρη του κι έμειναν εκεί να αποθαυμάζουν το ασήμι που το φεγγάρι σκόρπιζε απλόχερα στα κυματιστά νερά. Ήταν ένας ολοστρόγγυλος ασημένιος δίσκος που κυριαρχούσε στο γεμάτο αστέρια ουρανό κι έκανε τους ψαράδες να ξεκουράζονται στα σπίτια τους. «Μαγευτική νύχτα» είπε η Αθηνά γεμίζοντας τα πνευμόνια της με θαλασσινό αέρα.

Στην άλλη πλευρά του βράχου απλώνονταν μια μικρή αμμουδιά. Συχνά παρέες άναβαν φωτιές και κάθονταν τριγύρω παίζοντας κιθάρες και τραγουδώντας. Ήταν από εκεί που ακούστηκαν φωνές. Τη φασαρία συμπλήρωναν τα θορυβώδη γαυγίσματα σκύλων. Κάτι σκίρτησε μέσα στην καρδιά του Χριστόφορου. Αυτό το γαύγισμα του έφερνε ξανά αναμνήσεις. «Πάμε να δούμε..» είπε κι άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι. «Μην μπλέξουμε…» αντέδρασε ο Νέστορας που ήταν ακόμη επηρεασμένος από τη χθεσινή κατάσταση του Χριστόφορου. «Έλα» τον τράβηξε η Αθηνά. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Χριστόφορος ένα αγόρι που ανέβαινε. «Δε θα το πιστέψεις!!» γέλασε ο νέος κι έφυγε χωρίς να πει περισσότερα. Τα γαβγίσματα δυνάμωναν.

Ο Χριστόφορος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο περίεργο πλήθος. Σφηνωμένο στα βράχια, μουσκεμένο και κατατρομαγμένο ένα περίεργο τερατάκι έδειχνε τα δόντια του σε όλους όσους το πλησίαζαν. Τα μάτια του Χριστόφορου άνοιξαν διάπλατα. Με κόπο συγκρατήθηκε να μη φωνάξει.
«Ο Γαυγάκιος» τον αναγνώρισε ο Νέστορας που είχε φτάσει πλάι του.
«Ο…….ποιος;» ρώτησε μπερδεμένη η Αθηνά, βλέποντας κάτι που έμοιαζε με σκύλο, αλλά με τρία κεφάλια!

Το τερατάκι φάνηκε να χαίρεται που είδε τον Χριστόφορο. Το γαύγισμά του άλλαξε, έγινε ικετευτικό γρύλισμα. «Φίλε, αν το τέρας τούτο είναι δικό σου, προσπάθησε να το ξεσφηνώσεις. Το βρήκαμε το απόγευμα εκεί, αλλά πρέπει να έχει από το πρωί. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Το ταΐσαμε λίγο, αλλά όταν προσπαθούσαμε να το πιάσουμε χάλαγε τον κόσμο! Πού το πέτυχες με τρία κεφάλια!» Ο Χριστόφορος ελευθέρωσε το κυώνι που φώλιασε ήσυχο στην αγκαλιά του. Ευχαρίστησε τα παιδιά που ξαναγύριζαν στις παρέες τους. «Τι άλλο θα δούμε στις μέρες μας.» «Φταίνε οι μεταλλαγμένες τροφές, λέω εγώ!» «Μήπως ο αέρας που αναπνέουμε» «Και οι τρελές αγελάδες» Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το μικρό κυώνι και οι καταστροφές της εποχής θα κυριαρχούσαν στις παρέες αυτής της παραλίας, παρά το ασημένιο τάσι του φεγγαριού και την αστρόφωτη νύχτα..

Τα παιδιά ανέβηκαν ξανά στο βράχο και κάθισαν στο πεζούλι του μύλου. «Λοιπόν;» ζήτησε να μάθει η Αθηνά. Ο φίλος της ήταν φανερά και ασυνήθιστα ταραγμένος. Το κυώνι κουρασμένο είχε αποκοιμηθεί. Ο Χριστόφορος χαϊδεύοντάς το τρυφερά, κοίταξε το κορίτσι. Την ήξερε από μικρή την Αθηνά, την εμπιστευόταν απόλυτα. «Αθηνά, θυμάσαι τον Ιππόλυτο;» Το κορίτσι έγνεψε, χωρίς να μιλήσει. Από την αμμουδιά άρχισαν να ακούγονται ξανά οι πρώτες κιθάρες. Ο Χριστόφορος διηγήθηκε ξανά την περιπέτειά του όσο πιο σύντομα μπορούσε. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως όσα είχαν συμβεί δεν ήταν όνειρο, πως ο κίνδυνος για τους εκεί φίλους του ήταν υπαρκτός, πως ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Η Αθηνά κατάπληκτη, δεν τον διέκοψε καθόλου. Όσα άκουγε, ήταν πέρα από κάθε φαντασία. «Καταλαβαίνεις, έχασα ήδη μια μέρα. Θα πεθάνουν όλοι Αθηνά και θα φταίω εγώ. Ευτυχώς έχω περίπου ένα γήινο μήνα διορία..»

Τα παιδιά απόμειναν σιωπηλά. Στου Τζίμη η παρέα θα τους έψαχνε. Το Αιγαίο μπροστά τους φαινόταν τώρα απέραντο. Πού να αναζητούσαν το φυλαχτό; «Και η Φοίβη; Τι είχε απογίνει η Φοίβη;» ο Χριστόφορος πετάχτηκε επάνω. «Πρέπει να ψάξω για τη Φοίβη!»
«Να ψάξουμε για τη Φοίβη, Χριστόφορε!» είπαν τα άλλα δυο παιδιά με μια φωνή.
«Οι τρεις σωματοφύλακες!» ειρωνεύτηκε το αγόρι κι έδωσε ένα πεταχτό φιλί στον Γαυγάκιο. «Αυτός άραγε πώς βρέθηκε εδώ; Τι κρίμα που δεν μπορεί να μας το πει!!»

Η Αθηνά ήταν πρακτικός άνθρωπος και ακόμη ο πατέρας της αποτελούσε τη δύναμη του τόπου. Στην αρχή πήγαν στην τοπική Αστυνομία να ρωτήσουν αν βρέθηκε από το προηγούμενο βράδυ καμιά κοπέλα. Η απάντηση ήταν αρνητική. Κανένα περιστατικό δεν είχε αναφερθεί, όπως τους βεβαίωσε ο επικεφαλής της νυχτερινής βάρδιας.
«Τουλάχιστο τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω» συμπέρανε η Αθηνά όταν βγήκαν από το Τμήμα. «Θα μπορούσαμε ίσως να ρωτήσουμε για κανένα παράξενο νέο στα παραλιακά κέντρα. Οι μαγαζάτορες τα ξέρουν συνήθως όλα. Αρκεί να μην φερθούμε παράξενα… Αύριο το πρωί μπορούμε να οργανωθούμε καλύτερα. Θα βάλουμε τον μπαρμπα Νικόλα να ρωτήσει τους ψαράδες και θα πάρουμε το ελικόπτερο του μπαμπά να ψάξουμε.» Ο Χριστόφορος εκτίμησε τις ικανότητες της κοπέλας. Χαιρόταν που την είχε φίλη. «Λοιπόν, ας κάνουμε μια νυχτερινή εξόρμηση» πρότεινε και συνέχισε χαμογελώντας «Και ξέρετε, θα πάρω το κυώνι. Προσελκύει κόσμο…»

Στου Τζίμη δεν ήξεραν τίποτα. Τα παιδιά καληνύχτισαν κι έφυγαν. Όσο όμως κι αν προσπάθησαν, δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα νεότερο. «Είναι αργά» είπε αποφασιστικά ο Χριστόφορος «κι αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί. Η Φοίβη όπου κι αν είναι, σίγουρα κινδυνεύει – αν είναι ακόμη ζωντανή.»