Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Αφροδίτη....

Ο Αρμάος ανάπνευσε βαθιά. Βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χριστόφορου. «Όλοι κοιμούνται!» σκέφτηκε. Βολεύτηκε στη βεράντα του σπιτιού. «Μεγάλη ευτυχία να είσαι άνθρωπος (ή και Ιώνιος στον τόπο σου – άκουσε μια μυστική φωνή μέσα του που την απόδιωξε όμως αμέσως). Τρως, κοιμάσαι, ζεις». Ενώ εκείνος;
«Αρμάο!!» άκουσε τη φωνή του αφεντικού. «Πάλι λουφάρεις!!»
«Πέστε μου η εξοχότητά σας.» τινάχτηκε σαν ελατήριο ο δύστυχος Ιώνιος.
«Βρες το παιδί. Πανάθεμά τον, δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό του. Ο Νέστορας όμως μου είπε ότι αύριο φεύγουν για Δελφούς! Να μπεις στο ελικόπτερο. Και …δούλεψε. Εσύ θα μου φέρνεις νέα, όχι εγώ σε σένα! Αν μου είσαι άχρηστος θα σκεφτώ αν θα σε στείλω στη χρονοδίνη ή στις Ερινύες !!».

Ο Αρμάος ανατρίχιασε! Οι Ερινύες ήταν ένα είδος αιώνιων σαρκοβόρων πτηνών που τρέφονταν από τους εξόριστους στις αστρικές δύνες. Ακολουθούσαν θαρρείς έναν ορισμένο κύκλο και σε τακτά χρονικά διαστήματα περνούσαν και κατασπάρασσαν το σώμα τους – σε όποια μορφή κι αν ήταν αυτό! Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το αφεντικό τον είχε στείλει μια φορά να παρακολουθήσει μια τέτοια σκηνή και ο Αρμάος ένοιωσε τα σωθικά του να ξεριζώνονται και μόνο που το έβλεπε. Ώσπου να ξαναγυρίσουν οι Ερινύες, το σώμα του κατάδικου είχε αποκατασταθεί και το μαρτύριο ξανάρχιζε. Το αφεντικό του είχε πει ότι όσο περνούσε ο καιρός η διαδικασία επιταχύνονταν και οι Ερινύες έρχονταν όλο και πιο συχνά.

«Πρόσεχε καλά Αρμάο! Αν αποτύχεις αυτή τη φορά, δεν θα υπάρχει έλεος για σένα!! Λοιπόν, εγώ μπορώ να ακούω, όχι όμως και να επηρεάζω τα παιδιά. Προσπάθησε εσύ.»
Ο Αρμάος όρμησε να βρει το αγόρι. Έψαξε δυο φορές όλο το σπίτι, αλλά Χριστόφορο δε βρήκε! «Μην πανικοβάλλεσαι! Ο Νέστορας είναι εδώ. Θα έρθει κι εκείνος. Και σταμάτα να νομίζεις ότι το αφεντικό κάθεται όλη την ώρα και ακούει εσένα! Έχει κι άλλες δουλειές να κάνει!» Σταμάτησε για λίγο και περίμενε με κομμένη την ανάσα. Πράγματι, η άγρια, ουδέτερη και γυμνή από κάθε χροιά φωνή του αφεντικού δεν ακούστηκε.
Ο Αρμάος ένοιωσε ανακούφιση. Θα έπαιρνε έναν υπνάκο στη βεράντα. Ακόμη και τα αερικά κουράζονται! Γιατί ο Αρμάος δεν είχε σώμα. Ήταν φάντασμα, αέρας, διάφανος. Δεν έπιανε τίποτα, δεν έτρωγε τίποτα. Ήταν αέρας και ζούσε από τον αέρα. Και θα ήταν έτσι για πάντα. Δεν υπήρχε ηλικία γι αυτόν, δεν υπήρχε θάνατος. Το μόνο κακό ήταν ότι ένοιωθε το σώμα του και ότι εκείνο πάλι ένοιωθε κάθε πόνο και μάλιστα σε μεγαλύτερη ένταση από τότε που ήταν ένας κανονικός Ιώνιος. Αν κοβόταν με μαχαίρι για παράδειγμα, δεν έτρεχε αίμα, αλλά η πληγή τον πονούσε και τον βασάνιζε πολύ. Και το αφεντικό του το εκμεταλλεύονταν αυτό συχνά και με πολλούς τρόπους. Ναι, ο Αρμάος ήταν ο πέμπτος επιζήσας, εκείνος που η κα Μπικίνι είχε πει ότι δεν μπόρεσε να πάρει ξανά το σώμα του. Εκείνο που η κα Μπικίνι δεν ήξερε ήταν ότι ο ταλαίπωρος Αρμάος ήταν σκλάβος του σωματικού πόνου, χωρίς καν σώμα…

Ο Χριστόφορος έσκυψε καλύτερα πάνω από το νερό για να ξεχωρίσει την εικόνα. «Η νεράιδα παίζει μαζί μου» αστειεύτηκε στον εαυτό του το αγόρι. Αλλά πάλι ήταν σίγουρος γι αυτό που έβλεπαν τα μάτια του! Πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του στο μέρος που υπολόγισε ότι θα ήταν το κεφάλι. Με έκπληξη άγγιξε τα μαλλιά που καθρεφτίζονταν χρυσαφένια στο νερό. Κοιτώντας πάντα στην υδάτινη επιφάνεια, μη μπορώντας να δει το πρωτότυπο γύρισε το κεφάλι έτσι, ώστε να φανεί το πρόσωπο.
«Αφροδίτη!!» φώναξε. Το όμορφο πρόσωπο της κοπέλας ήταν ταλαιπωρημένο. «Αφροδίτη!» ξανάπε το αγόρι πιο σιγά αυτή τη φορά. Ακούμπησε το κεφάλι της απαλά στην άμμο κι έτρεξε να φέρει το μπουκαλάκι με το νερό. Σταγόνα - σταγόνα της δρόσισε τα ξερά χείλη της, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για ό,τι έκανε. Ο Γαυγάκιος είχε δεχτεί κάθε τι γήινο. Αλλά εκείνον τον βρήκε στην ίδια κατάσταση με αυτή που τον είχε αφήσει εκεί, ενώ το κορίτσι…το κορίτσι ήταν αόρατο!
«Χριστόφορε!» η αδύναμη φωνή της τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κοίταξε στο νερό και είδε τα κατάμαυρα μάτια της να τον κοιτάζουν με αγωνία. «Φοβάμαι πολύ!» ψιθύρισε με δυσκολία.
Ο Χριστόφορος προσπάθησε να τη σηκώσει. Το κορίτσι ήταν ελαφρύ – όσο όμως κι εκεί - παρατήρησε με έκπληξη ο Χριστόφορος.
«Δεν είμαι Ιώνια» άκουσε την Αφροδίτη. «Άργησες. Σε απορρόφησαν τα γήινα και δε με άκουγες. Ακόμη κι ο Γαυγάκιος σου το είπε».
Ο Χριστόφορος ένοιωσε τύψεις.
Το κορίτσι τώρα μπόρεσε να καθίσει. Ήταν καλά, αλλά πολύ αδύναμη. «Πάλευα» μπόρεσε μόνο να πει.
Ο Χριστόφορος κατάλαβε πως η Αφροδίτη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει ξανά. «Μείνε εδώ. Θα φέρω μία βάρκα..»
Εκείνη έγνεψε θετικά και του χαμογέλασε – χωρίς να ξέρει πως εκείνος δεν μπορούσε να τη δει.. «Γιατί δε με κοιτούσε, αλλά είχε τα μάτια του στραμμένα στο νερό;» σκεπτόταν καθώς τον έβλεπε να φεύγει. Βεβαιώθηκε ότι φορούσε την πλεχτή φόρμα της πατρίδας της. Θυμόταν ότι τα συμβατικά ρούχα του Χριστόφορου και των Ιώνων δεν άντεχαν σε τέτοιες μεταφορές… Όλα καλά λοιπόν. Θα περίμενε. Είχε τόσα να μεταφέρει στο Χριστόφορο. Και τίποτα δεν ήταν ευχάριστο…

Όλα έγιναν γρήγορα. Η μαμά Όλγα, η μόνη που δεν κοιμόταν, άκουσε το αγόρι να ανεβαίνει και φώναξε από την κουζίνα «Έλα σου έχω στο τραπέζι ζεστό μουσακά!».
«Σε λίγο» απάντησε λαχανιασμένο το αγόρι κι άφησε την Αφροδίτη στο κρεβάτι.
«Πρόσεχε Χριστόφορε. Χτύπησα.» παραπονέθηκε εκείνη.
«Συγγνώμη, δεν υπολόγισα καλά..»
Και τότε η Αφροδίτη κατάλαβε το λόγο. Ήταν αόρατη!! Το κορίτσι αν και αδύναμο πετάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλό της την κοίταξε ξαφνιασμένο και ταλαιπωρημένο «Μα… να ΄μαι!».
«Το ξέρω απάντησε εκείνος. Σε είδα κι εγώ στο νερό».
Το κορίτσι ανάπνευσε «Τουλάχιστον δεν είμαι αερικό. Είμαι σκιά..».
Ο Χριστόφορος κατέβηκε στην κουζίνα και πήρε το φαγητό στο δωμάτιό του. «Λοιπόν, λίγη ελληνική τροφή; Προειδοποιώ ότι έχει και κρέας».
Η Αφροδίτη ήταν αποφασισμένη για όλα. «Εξάλλου ξέρω πως δεν θα πεθάνω από φαγητό..» είπε μισοαστεία – μισοσοβαρά, δοκιμάζοντας μία μικρή μπουκίτσα.
«Ευτυχώς που γίνεται και η τροφή σκιά» γέλασε ο Χριστόφορος «φοβόμουνα ότι θα την βλέπω να κατεβαίνει στο στομάχι σου»
Τα δυο παιδιά γέλασαν. Το κορίτσι αισθάνονταν ήδη πολύ καλύτερα.

Ο Αρμάος άκουσε φωνές και ξύπνησε. Ένα αγόρι ερχόταν και κρατούσε κάτι. Δε βιάστηκε να πλησιάσει. Άφησε το Χριστόφορο να μπει στο δωμάτιο και κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα. «Μια σκιά!» ψιθύρισε. Γύρισε και αθόρυβα βγήκε έξω στο δρόμο. «Αφεντικό!» κάλεσε «Αφεντικό!! Νέα!!»
Η φωνή ακούστηκε βραχνή «Λέγε και να αξίζει τον κόπο»
Ο Αρμάος είπε θριαμβευτικά «Είναι εδώ μια σκιά. Όχι Ιώνια. Μάλλον έποικος.»
Η φωνή ακούστηκε αγριεμένη «Κι εκείνος ο άχρηστος γιατί δεν επικοινώνησε μαζί μου; Μόνο αξιώματα θέλει; Εσύ να προσέχεις. Αυτή είναι επικίνδυνη. Αν σε καταλάβει, εξουδετέρωσέ την» και η συζήτηση τέλειωσε. Το …αφεντικό βιαζόταν……

Ο Χριστόφορος είδε ότι το κορίτσι ήταν πια καλά. «Πες μου πώς βρεθήκατε εδώ εσύ και ο Γαυγάκιος;»
Τα μάτια της Αφροδίτης σοβάρεψαν. «Ήξερα τον τρόπο που θα φεύγατε. Ο βαρκάρης κι εγώ ήμαστε παλιοί γνώριμοι.. Όλοι οι βαρκάρηδες στο πέρασμα κατάγονται από τη δική μου φυλή. Είναι κάτι σαν κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Ίσως γι αυτό το λόγο γνωρίζουμε όλοι πώς θα πεθάνουμε. Στην αρχή δεν ήθελε να με πάρει. Του θύμισα όμως κάποια δικά μας, τον απείλησα. Μου τόνισε πως δεν μπορούσε να εγγυηθεί τίποτα – ούτε καν επιστροφή. Δεν τρόμαξα. Ήθελα να έρθω. Εκείνος μου είπε για τη στολή που φοράω. Δεν έπρεπε να με δείτε. Έτσι κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του. Ο Γαυγάκιος με ακολούθησε. Όταν ακούστηκαν τα βήματά σας τον κοίμισα για να μην μας αποκαλύψει…».
Ο Χριστόφορος τόλμησε την ερώτηση «Και η Φοίβη;»
Το κορίτσι τον κοίταξε στα μάτια «Η Φοίβη δεν μπόρεσε να περάσει, Χριστόφορε, αλλά ούτε πίσω γύρισε».
«Θεέ μου!» τρόμαξε το αγόρι.
«Παγιδεύτηκε στο χωροχρόνο». Η Αφροδίτη κούνησε το κεφάλι της «Πώς να το πω, είναι φυλακισμένη σε έναν ανύπαρκτο χώρο και χρόνο. Ο Αχέροντας είχε διαταγή να περιμένει να δει τι θα γίνει. Για σένα η πορεία ήταν ομαλή. Σε άφησε στην παραλία, όταν έσπαζε η χρονοκαθυστέρηση. Μπορούσα λίγο να αισθανθώ τι γινόταν. Το κορμί σου τινάχτηκε πάνω από τα κύματα κι έπεσες στην άμμο. Τρόμαξα μην πνιγείς. Δεν έπρεπε όμως να μιλήσω. Ήταν η σειρά της Φοίβης. Μόλις εκείνη βγήκε από τη βάρκα, χάλασε ο κόσμος. Παρουσιάστηκε ένα χάσμα, …ένα πώς να το περιγράψω ένα τίποτα. Και την κατάπιε. Έμειναν τα μάτια της παγωμένα από τον τρόμο να με κοιτάνε, χωρίς να το ξέρει καν. Τότε ο Γαυγάκιος που τον ξύπνησε η φασαρία, πετάχτηκε έξω από τη βάρκα κι άρχισε να κολυμπά. Μετά τον έχασα.
Ο Αχέροντας έπρεπε να στείλει μήνυμα ότι κάτι πήγε στραβά. Οι Αχέροντες δεν μιλάνε. Σήκωσε το μαύρο πανωφόρι του και το κράτησε πάνω από το κεφάλι για λίγο. Άκουσα τη φωνή του Σεβάσμιου και πετάχτηκα έξω. Δε φοβόμουν. «Θα πάω εγώ» «Δεν μπορείς…» απάντησε. Θα σε ρουφήξει η χρονοδίνη» «Όχι. Θα τα καταφέρω.». Ο Σεβάσμιος φάνηκε να διστάζει, αλλά δεν είχε κι άλλη επιλογή. «Βοήθα το Χριστόφορο και φέρε πίσω το φυλαχτό» είπε μόνο. Τότε άκουσα βαθιά, μυστικά μέσα μου τη φωνή της κας Μπικίνι. «Αφροδίτη… πες στο Χριστόφορο ότι η Φοίβη θα αντέξει το πολύ έξι γήινες μέρες. Αν γυρίσεις με το φυλαχτό, εκείνο θα τη φέρει πίσω. Αλλιώς, η Φοίβη θα γίνει ένα αστέρι που θα λάμπει πάντα στο διάστημα… Καταλαβαίνεις…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου