Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Το δεύτερο κεφάλαιο



Ενδεικτικό κεφάλαιο του πρώτου μέρους
2
Μια παράξενη γέννηση στον Όλυμπο

Κι όμως ήταν παράξενη η ιστορία της γέννησης του Χριστόφορου και είχε ταράξει την περιοχή γύρω από το ορεινό απομονωμένο χωριό, που έγινε μάρτυρας παράξενων γεγονότων.

Ο Χριστόφορος είχε καταφέρει να μάθει κάτι από το θείο Σάιμον: για το θάνατο της μητέρας του κατά τη γέννησή του, για τον Όλυμπο και την παπαδιά που τον μεγάλωνε έξι μήνες. Στα γενέθλια για τα δώδεκά του χρόνια ζήτησε σα δώρο να πάει στο χωριό εκείνο και να δει τη γυναίκα που τον ανάστησε στην αρχή της ζωής του. Ο πατέρας του όμως είχε θυμώσει ακόμη και με τον Σάιμον που κάθισε και είπε στο παιδί όλες αυτές τις ανοησίες. Του απαγόρευσε οποιαδήποτε σχέση με τον Όλυμπο. Εκείνος πάλι βάλθηκε να ψάχνει. Η ιστορία της γέννησής του αν και είχε απασχολήσει αρχικά τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, είχε ξεχαστεί πολύ γρήγορα. Στην Ελλάδα οι θρύλοι και τα παραμύθια δεν αποτελούσαν ποτέ εξαιρετικό νέο. Από την άλλη, η Αμερική όπου μεγάλωνε ο Χριστόφορος ήταν πολύ μακριά και πολύ αδιάφορη για κάτι που έγινε σε μια μικρή και μακρινή χώρα.

Μόλις ένα χρόνο μετά, στα δεκατρία του, στις διακοπές του στην Ελλάδα, ο Χριστόφορος παράκουσε τον πατέρα του και παρέσυρε τον αδερφό του στον Όλυμπο. Ο μπαρμπα Νικόλας που τους συνόδεψε δεν αισθάνονταν καθόλου ένοχος.

«Όλοι πρέπει να ξέρουμε τις ρίζες μας. Είναι δική μας η γέννηση, δικός μας και ο θάνατος. Μόνον αυτά! Κανένας δεν έχει δικαίωμα να μας τα κόβει από την καρδιά μας» έλεγε και θύμωνε με τον Δουκάτο. Έτσι ο Χριστόφορος βρέθηκε σε εκείνο το μοιραίο τόπο. Κι αγκάλιασε τη γυναίκα που τον μεγάλωνε με το γάλα της. Κι έμαθε όσα εκείνη του είπε και όσα έλεγαν στο χωριό.

Από τότε, ο Χριστόφορος έφερνε πολλές φορές στο μυαλό του την ιστορία, ακριβώς όπως τη διηγήθηκε η καλή παπαδιά. Οι γονείς του, ένας αρρενωπός μελαχρινός άνδρας, ελληνοαμερικάνος επιστήμονας και η όμορφη Αμερικάνα γυναίκα του, που έμοιαζε με θεά του Ολύμπου και μιλούσε τα ελληνικά καλύτερα από τους ντόπιους, θα έρχονταν για τρίτη φορά στην αετοφωλιά ετούτη, την πατρίδα της ελληνικής μυθολογίας. Οι άνθρωποι του χωριού, απλοϊκοί οι ίδιοι, αγαπούσαν αυτό το λαμπερό ζευγάρι, που σκαρφάλωνε ψηλά στο Πάνθεον για να μιλήσει με τους θεούς του Ολύμπου. Η «κυρά», όπως αποκαλούσαν την Ανδρομάχη μπροστά της ή η «Πανώρια», όπως τη φώναζαν μυστικά, αν και είχε έρθει δυο φορές όλες κι όλες, ήξερε τους λιγοστούς κατοίκους με το μικρό τους όνομα. Ιδιαίτερα την αγαπούσαν τα παιδιά που τα φόρτωνε με καραμέλες και σοκολάτες, φερμένες ειδικά για κείνα από την Αμερική. Τα ήξερε όλα με το μικρό τους όνομα και εκείνα μπερδεύονταν και τη φώναζαν νονά ή νεράιδα. Τα κοριτσάκια μάλιστα είχαν ξεθαρρέψει και έδιναν παραγγελίες για κούκλες και κουκλόσπιτα, ενώ ο Γιωργάκης της κυρά Ξάνθως καθόταν στα πόδια της και της περιέγραφε το play station του αδερφού του, του Κώστα, που σα μεγαλύτερος δεν το άφηνε ούτε να το αγγίξει. Κι εκείνη υποσχόταν και δεν ξεχνούσε ποτέ. Εκείνος πάλι ήταν απόμακρος, αυστηρός κι ολιγομίλητος. Οι κουτσομπόλες του χωριού απορούσαν πώς αυτή η τόσο χαρούμενη κι ομιλητική κοπέλα είχε αποφασίσει να χαρίσει τη ζωή της σε ένα τόσο παγωμένο άνθρωπο. Αλλά όμως – ακόμη και η κυρά Κατίνα, η αρχικουτσομπόλα το αναγνώριζε- την αγαπούσε πιο πολύ κι από τη ζωή του και δεν την άφηνε ποτέ μόνη της, όταν εκείνη αποφάσιζε πως είχε έρθει η ώρα να σκαρφαλώσει στα αγαπημένα της λημέρια. Έπειτα η δικιά της ζεστασιά και ζωντάνια έφτανε και για τους δυο… Βέβαια, ο κυρ Κώστας ο έμπορας που κατέβαινε στη Λάρισα έλεγε πως κι εκείνος κάτι έψαχνε στον Όλυμπο, κάτι που είχε να κάνει με τα αστέρια και τους δρόμους του ουρανού, αλλά κανένας δεν καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε.

Φανατικοί ορειβάτες και οι δυο, δεν σταματούσαν μπροστά σε δυσκολίες του καιρού ή άλλα προβλήματα. Έτσι κι εκείνη τη χρονιά είχαν έρθει για να επιχειρήσουν την καθιερωμένη ανάβαση στον Όλυμπο, μέσα στο καταχείμωνο. Και ήταν δύσκολος χειμώνας. Το χιόνι ήταν πολύ και για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν οι παλιότεροι του χωριού, η θερμοκρασία έπεφτε τα βράδια πολύ κάτω από το μηδέν. Το ζευγάρι όμως φαινόταν αποφασισμένο. «Μην πας κόρη μου. Ξέρω, θα λες άδικο το ταξίδι, αλλά καλύτερα άδικο και σίγουρο. Πες πως ήρθες μέχρις εδώ για να μας δεις». Η «Πανώρια» χαμογέλασε μόνο, αλλά από το χαμόγελό της η παπαδιά κατάλαβε πως το μυαλό της πεντάμορφης ήταν ήδη πάνω στις κορυφές, στο Πάνθεον. Μόνο που η Ανδρομάχη αυτή τη φορά δεν ήταν μονάχη της, αλλά κουβαλούσε στην κοιλιά της ένα μωρό, εκείνον.

Το επόμενο πρωί το ζευγάρι ξεκίνησε. Οι γυναίκες σταυροκοπιόνταν με την ξεροκεφαλιά της ξένης και απορούσαν γιατί δεν τη μάλωνε ο άντρας της που έβαζε σε κίνδυνο το παιδί τους. Όπως και να το κάνεις, ήταν ο απόγονός του. Κανένας όμως δεν θα τολμούσε ποτέ να τον ρωτήσει ή ακόμη περισσότερο να τον συμβουλέψει. Ας τους φύλαγε ο Θεός….

Το πρωινό ήταν υπερβολικά ήσυχο, σχεδόν απειλητικό. Το τσουχτερό κρύο δεν το καταλάβαιναν παρά μόνον στην αναπνοή. Ο εξοπλισμός του ζευγαριού ήταν από τους καλύτερους και σίγουρα δε θα κινδύνευαν σε καμία περίπτωση από το κρύο. Έπειτα, την περιοχή η Ανδρομάχη την ήξερε πολύ καλά. Την πρώτη χρονιά είχαν οδηγό για να σκαρφαλώσουν στα βράχια του Ολύμπου. Μετά όμως εκείνη γνώριζε κάθε πέτρα και κάθε δρομάκι. Λες και την αναγνώριζαν ακόμη και τα αγριοκάτσικα και οι αετοί που φώλιαζαν στις κουφάλες των βράχων. Τους είχε δώσει και ονόματα: το κεφάλι του Δία, το λουτρό της Δανάης, ο θρόνος της Ήρας…

Το πρωινό θα είχε περάσει χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις. Η ανάβαση στο πλάτωμα ήταν σχετικά εύκολη και το χιόνι δεν έκρυβε εκπλήξεις τότε. Ήταν σίγουρη η παπαδιά.. Μετά το μεσημέρι όμως, ο καιρός χειροτέρεψε. Θα πρέπει να βρήκαν εύκολα την καλύβα του τρελού. Η παπαδιά την είχε συμβουλέψει την Ανδρομάχη να την αναζητήσει σε περίπτωση ανάγκης. Δεν ήταν μεγάλη, αλλά ήταν καλή κατασκευή και θα τους προστάτευε από τα στοιχεία της φύσης. Την έλεγαν έτσι γιατί την είχε φτιάξει κάποιος ξένος που μελέταγε τα αστέρια με μανία. Είχε έρθει – έλεγαν στο χωριό – από χώρα μακρινή, την Περσία ή την Αραβία, κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Για την καλύβα έφερε μηχανικό και χτίστες από την πόλη και επέβλεπε το στήσιμό της ο ίδιος. Την ήθελε ασφαλή, θα ζούσε εκεί έλεγε. Τον πρώτο καιρό κατέβαινε στο χωριό για να αγοράσει προμήθειες ή και να παραγγείλει εξοπλισμό που τον έφερνε ο ταχυδρόμος. Μα σαν περνούσε ο καιρός κατέβαινε όλο και πιο σπάνια στο χωριό. Οι βοσκοί τον έβλεπαν να τριγυρνάει στις βουνοκορφές με τα περίεργα όργανα στα χέρια και συχνά να μασουλά ρίζες ή αγριόχορτα. Πολλές φορές του άφηναν στην καλύβα τρόφιμα και ρούχα. Εκείνος όμως δεν νοιάζονταν και συχνά ούτε καν τους μιλούσε. Μετά χάθηκε μαζί με τα όργανα και τα βιβλία του. Στην καλύβα βρέθηκαν λιγοστά πράγματα και ένα γράμμα μισοτελειωμένο. Η καθηγήτρια που έκανε αγγλικά στα παιδιά είπε πως ήταν γραμμένο στα γερμανικά. Ήταν κάποια αναφορά σε αστρικούς συνδυασμούς και μετά πράγματα μπερδεμένα ακαταλαβίστικα, κάτι για επίσκεψη των αδελφών μας και τέτοια. Τέλειωνε λέγοντας πως είχε γνωρίσει την ελευθερία. Η παπαδιά δεν είχε σχολιάσει τίποτα, τέλειωσε όμως κάνοντας το σταυρό της. Η Ανδρομάχη την άκουγε με παράξενη προσοχή, τόνισε η παπαδιά στο Χριστόφορο. Το μόνο που ρώτησε ήταν το πότε έγινε αυτό, αλλά η γυναίκα δεν θυμόταν. Θα ήταν όμως κάμποσα χρόνια πριν, πέντε ή έξι.

Κι από εδώ και πέρα οι υποθέσεις έμπλεκαν με την πραγματικότητα. Η παπαδιά διηγήθηκε μόνο τα γεγονότα και ο Χριστόφορος απέφευγε πάντα να προσπαθήσει να συμπληρώσει τα κενά. Το θεωρούσε προσβολή στη μνήμη της. Ίσως κάποτε ο πατέρας του να του τα διηγιόταν.
Αλλά και το μυαλό του Δουκάτου γύριζε ενοχλητικά εκεί, όσο κι αν προσπαθούσε να σβήσει, να διαγράψει για πάντα τα δραματικά γεγονότα. Ακόμη και στον ύπνο του πολλές φορές ένοιωθε εκείνο τον τρελό αέρα να του δέρνει το πρόσωπο.

«Έρχεται θύελλα!» είχε φωνάξει με αγωνία, μα η Ανδρομάχη του έστειλε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.

«Ησύχασε, θα μας βρει μέσα στο καταφύγιο».

Για πότε μαζεύτηκαν όλα εκείνα τα μαύρα σύννεφα, για πότε ξεκίνησε εκείνη η παγωμένη καταιγίδα. Ξαφνικά έγινε σκοτάδι, και μόνον ο ουρανός σκίζονταν θαρρείς από θυμωμένους κεραυνούς και αστραπές. Η ανάβαση ήταν πλέον αδύνατη. Η Ανδρομάχη θυμήθηκε ότι βγαίνοντας λίγο από την πορεία τους θα συναντούσαν την καλύβα του τρελού.
Το ζευγάρι κατευθύνθηκε προς την καλύβα. Το χιονόνερο χτυπούσε με μανία τα πρόσωπά τους, ενώ περισσότερο μάντευαν παρά έβλεπαν το δρόμο. Αν και θα ήταν ακόμη μεσημέρι, βασίλευε σχεδόν βαθύ σκοτάδι. Το έσκιζε μόνον το φως των αστραπών και τότε οι σκιές γινόταν απειλητικές. Δε μιλούσαν. Όλη η προσοχή τους ήταν συγκεντρωμένη στην πορεία. Ο κίνδυνος παραμόνευε σε κάθε βήμα. Ο Δίας ήταν ιδιαίτερα σκληρός με όσους αψηφούσαν τις προειδοποιήσεις του. Στο φως κάποιας αστραπής φάνηκε επιτέλους ο όγκος της καλύβας. Εκείνος, που δεν εμπιστευόταν ιδιαίτερα τις γυναίκες του χωριού, ανάπνευσε με ανακούφιση. Ευτυχώς, σε λίγο θα ήταν ασφαλείς. Όταν ξημέρωνε θα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Κι εδώ ο Δουκάτος αποξεχνιόταν και η σκέψη του αρνιόταν να προχωρήσει. Μονάχα δάκρυζε κι έκλεινε το κεφάλι του στα μακριά του χέρια.

Η παπαδιά είχε διηγηθεί και όσα έγιναν στο χωριό. Τη νύχτα, όλοι, όσοι στάθηκαν στα παράθυρα ή τα κατώφλια των σπιτιών τους έβλεπαν αστραπές σαν πύρινες γλώσσες να ζώνουν το μέρος όπου βρισκόταν η καλύβα και άκουγαν ουρλιαχτά που μπερδεύονταν με ήχους απόκοσμους. Κι εκείνη, η ίδια ένοιωθε – έτσι του είπε του Χριστόφορου - πως ο αέρας είχε τρελαθεί και ήθελε να προσφέρει τους δυο άμυαλους βορά στον κεραυνό που κάθε τόσο έλαμπε στην κορυφή του Ολύμπου. Οι γυναίκες που είχαν δει τη θαρρετή και αλίμονο άμυαλη γυναίκα να γελά ανέμελα δυο βράδια πριν, σταυροκοπιόνταν και ετοιμάζονταν για τα χειρότερο. Ποιος θα μπορούσε να επιζήσει μέσα σε αυτή την τρέλα; Κάποια στιγμή, ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε και ένας κεραυνός, που όμοιό του δεν είχαν δει οι γεροντότεροι, βασίλεψε για λίγο στην κορυφή του θεϊκού βουνού. Και τα παιδιά του τελευταίου σπιτιού, του πλέον ακριανού του χωριού, εκείνου που άγγιζε το μονοπάτι που οδηγούσε στο παράξενο καλύβι του τρελού, ορκίζονταν, την επόμενη μέρα, ότι άκουσαν κλάματα παιδιού, τόσο γλυκά και μελωδικά που σκέπασαν τον αέρα και τις αστραπές και βροντές του ουρανού.

Η καινούρια μέρα ξημέρωσε γλυκιά, με ένα θλιμμένο, χλωμό ήλιο και ένα παγωμένο αεράκι να κοκκινίζει τα αυτιά των άμυαλων που άφηναν ξεσκούφωτοι τα σπιτικά τους. Οι άντρες του χωριού ειδοποίησαν την αστυνομία, αλλά επειδή σε αυτά τα μέρη, η κάθε βοήθεια θα έκανε ώρες να φθάσει στο ξεχασμένο χωριό, αποφάσισαν να ψάξουν μόνοι τους για το αντρόγυνο. Ήταν σίγουροι πως ο ψεσινός καιρός δεν θα είχε αφήσει τα θύματά του, αλλά πάλι ποτέ δεν ήξερε κανείς.. Τουλάχιστο να τους θάβανε ανθρώπινα.

Ω Κύριε! Η παπαδιά ανατρίχιαζε ακόμη και τόσα χρόνια ύστερα. Φρίκη στα μάτια, και θέαμα που λύγισε τα γόνατα κι έκανε και τους πλέον άπιστους να σηκώσουν τα χέρια ψηλά στον ουρανό. Ο άντρας άθικτος, με τα ρούχα του στεγνά, έτσι όπως έφυγε από το χωριό, αλλά με μαλλιά πιο άσπρα και από το χιόνι, γονατισμένος μπροστά στη νεκρή γυναίκα. Το θέαμά της έκανε και τον πιο θαρραλέο άντρα να γυρίσει αλλού το πρόσωπό του. Κανείς ποτέ δεν άντεξε να το περιγράψει. Ούτε ακόμη και αυτός ο ιατροδικαστής που το εξέτασε αργότερα. Μα το πιο παράδοξο από όλα, εκείνο που δημιούργησε το θρύλο, ήταν ένα μωρό, ένα μικροσκοπικό, μα πανέμορφο μωρό, που αν και γυμνό, κείτονταν δίπλα στη νεκρή γυναίκα, και άκουσον, άκουσον, δεν έκλεγε – μόνον χαμογέλαγε στον πατέρα του, τον δύστυχο εκείνο που δεν το έβλεπε καν, μονάχα επαναλάμβανε ουρλιάζοντας «η αστραπή και ο κεραυνός απόχτησαν παιδί, η αστραπή και ο κεραυνός απόχτησαν παιδί»….

Οι χωρικοί μάζεψαν το παιδί και το δώσανε σε εκείνη, τη γυναίκα του παπά, λίγο γιατί φοβόταν αυτά που είδαν και άκουσαν, λίγο γιατί δεν καταλάβαιναν πώς είναι δυνατό να ζει ακόμη ένα βρέφος κάτω από τέτοιες συνθήκες. Οι αστυνομικοί βοήθησαν τον άντρα και πήραν τη γυναίκα, αλλά το παιδί της το άφησαν. Προφασίστηκαν τάχα ότι ο πατέρας έπρεπε να ρθει να το πάρει όταν θα συνέρχονταν. Εξάλλου, πού να το κουβαλούσαν, ξένο παιδί; Στην πραγματικότητα όμως κι αυτοί φοβόταν, είχε βεβαιώσει κουνώντας το κεφάλι η καλή γυναίκα.

Το άφησαν και το ξέχασαν. Η παπαδιά – θυμόταν ο Χριστόφορος – είχε προσπαθήσει να τους δικαιολογήσει. Ήταν απλοί άνθρωποι οι αστυνομικοί, οικογενειάρχες. Δεν ήθελαν να μπλέξουν. Ας φρόντιζε ο πατέρας του. Ό αρχιφύλακας τους είχε πει ότι ήταν σπουδαίος στην Αμερική. Έξι μήνες το κράτησε εκείνη το παιδί και το έτρεφε από το δικό της γάλα. Κι εδώ ο Χριστόφορος δάκρυζε, όταν θυμόταν το τρυφερό βλέμμα της και ένοιωθε να του λείπει περισσότερο η μάνα του. Ήταν μικρομάνα η παπαδιά και δε φοβότανε τις ιστορίες που έλεγαν οι γριές στα σοκάκια του χωριού. Αυτή πίστευε στον ένα Θεό και όχι στα αερικά και τα ξωτικά που μωρολογούσαν οι αγράμματοι χωρικοί. Το βάφτισε όμως και αν και είπε να του δώσει το όνομα του πατέρα του, όταν έφτασε η ώρα, δεν άντεξε.

«Σου έδωσα το όνομα Χριστόφορος, έτσι όμορφο και γλυκό που ήσουνα, ίδιο αγγελάκι που ξεχώριζε στα κάλλη ακόμη και από τα ίδια μου τα παιδιά!»

Πάνω στους έξι μήνες ήρθε ο Δουκάτος, όχι τρελός και αλαφιασμένος, όπως τον θυμόταν οι χωρικοί να τον παίρνει η αστυνομία, αλλά σοβαρός και καλοντυμένος, με κάτασπρα όμως τα μαλλιά του και αγέλαστο πρόσωπο….
Κι εδώ η παπαδιά είχε σταυρώσει τα χέρια στην ποδιά της κι έμεινε να τον κοιτάζει με στοργή. Εκείνος ένοιωσε την ανάγκη να της φιλήσει τα χέρια, μα η καλή γυναίκα δεν τον άφησε. Μονάχα τον αγκάλιασε σφιχτά κι έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για ώρα πολλή.

Ο Χριστόφορος δεν θυμάται να είδε ποτέ τον πατέρα του να γελά ή να είναι ξένοιαστος – εκτός ίσως από κάποιες φορές που αμυδρά χαμογελούσε, όπως τότε στην πρώτη δημοτικού: έκανε το αγγελάκι στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου και ήταν τόσο μα τόσο πειστικός, που όλοι χειροκροτούσαν φωνάζοντας το όνομά του.

Ο Χριστόφορος δεν έμαθε βέβαια ποτέ για εκείνη την ιατροδικαστική έκθεση που έλεγε ότι η γυναίκα ήταν κλινικά νεκρή πριν γεννηθεί το βρέφος, με πολύ παράξενο οργανισμό και σύσταση σώματος και ότι αυτό το παιδί αποτελούσε ένα ιατρικό αδύνατο. Ούτε ακόμη έμαθε για το ρόλο που έπαιξε ο θείος Σάιμον και οι γνωριμίες του, ώστε να μη γίνει το παιδί πειραματόζωο και να μεγαλώσει ήσυχα στην αγκαλιά της παπαδιάς – μάνας. Αλλά κι αργότερα ο πατέρας ήξερε τι να κάνει…

Ο Δουκάτος πάλι δε μίλησε ποτέ για τη μητέρα του Χριστόφορου, όσες φορές και αν εκείνος τον παρακάλεσε, ακόμη και με τον πιο ικετευτικό του τόνο να του πει για εκείνη. Δεν ανέβηκε ποτέ ξανά στον Όλυμπο. Αντίθετα, αγόρασε ένα εξοχικό που έβλεπε κατευθείαν στο καταγάλανο Αιγαίο κι ερχόταν στην Ελλάδα μόνον στην καρδιά του καλοκαιριού. Αυτό που ήξερε ο Χριστόφορος ήταν ότι ο πατέρας του δεν ανεχόταν το χειμώνα στην Ελλάδα. Ένα χρόνο μετά την παράξενη εκείνη περιπέτεια, παντρεύτηκε μια συνάδελφό του και σε λίγο ο Χριστόφορος απόχτησε έναν αδελφό, το Νέστορα. Δεν ανέβηκε ποτέ ξανά σε οποιοδήποτε βουνό, κι απαγόρευσε στα παιδιά του τα μαθήματα ορειβασίας.

Όμως ο Χριστόφορος, από τότε στο Όλυμπο, ένοιωσε αλλιώτικος. Θυμόταν τη μυστηριώδη θύελλα και ονειρευόταν τον εαυτό του παντοδύναμο εξουσιαστή – τέτοια δύναμη δεν έχει τάχα ο κεραυνός; Ή μήπως ήταν εξωγήινος και η μητέρα του δεν είχε πεθάνει, αλλά έπρεπε να τον αφήσει εκεί, γιατί δεν γινόταν αλλιώς; Ή πάλι ήταν ξωτικό, όπως διέδιδαν οι γιαγιάδες σε εκείνο το χωριό, και πολύ σύντομα θα έπρεπε να χαθεί στα δάση του Ολύμπου;


3
Οι μυριάδες ποταμοί


Τον ξύπνησε μια απόκοσμη μουσική, μελωδία γλυκιά παιγμένη σε άρπα. Κοίταξε το ρολόι, ήταν περασμένες μία. «Τι μου θυμίζει;» αναρωτήθηκε και πετάχτηκε σχεδόν από το κρεβάτι του να δει από πού την έφερνε ο άνεμος. Κοιμόταν πάντα με ανοιχτά τα παράθυρα για να μπαίνει η θαλασσινή αύρα και που και που φτάνανε ήχοι από τα νυχτερινά κέντρα της κοντινής παραλίας. Μα ετούτη εδώ η μουσική ήταν αλλιώτικη, σχεδόν σα να τον καλούσε κοντά της. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια και ένα φεγγάρι λαμπερό κι ολόγιομο έδινε στο αγόρι όσο φως χρειαζόταν. Μπροστά του, μέσα στη θάλασσα είδε μια βάρκα και μια σκοτεινή φιγούρα να του κάνει νόημα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο Χριστόφορος άρπαξε ένα μπλουζάκι που βρήκε μπροστά του και από τη σκάλα της βεράντας του βρέθηκε στη μαλακή άμμο. «Έ από τη βάρκα!» φώναξε και όσο και αν θεωρούσε τον εαυτό του γενναίο, η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο, ενώ το χέρι του έσφιξε το κινητό. Καλά που η μικρούλα τούτη συσκευή έχει γίνει προέκταση του εαυτού μου, σκέφτηκε φευγαλέα και ηρέμησε κάπως. Στο κάτω, κάτω ο ξένος ήταν πάντα μέσα στη βάρκα και δεν φαινόταν να έχει εχθρικές διαθέσεις. «Θέλετε κάτι;;» φώναξε ακόμη μια φορά, ο Χριστόφορος. Ο άγνωστος εξακολουθούσε να κουνά το χέρι καλώντας τον, ενώ η μουσική δυνάμωσε ανεπαίσθητα.


Και τότε ο Χριστόφορος θυμήθηκε. Ήταν η ίδια μουσική που άκουγε όταν ο Ιππόλυτος ήταν στο σπίτι του. Το αγόρι τα είχε χαμένα. Ο μισός εαυτός του συνιστούσε σύνεση και ο άλλος μισός τον έσπρωχνε να λύσει το μυστήριο. Μια δυνατή έλξη τον τραβούσε άθελά του στη βάρκα. Έκανε το σταυρό του για να πάρει δύναμη και προχώρησε. Μπήκε σχεδόν μέχρι τη μέση στο νερό, σκαρφάλωσε επιδέξια και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος, δεν ήξερε όμως αν ήταν από τα βρεγμένα ρούχα και τη νυχτερινή δροσιά ή από την απόκοσμη φιγούρα που ήταν καθισμένη δίπλα του. Ολόκληρο το σώμα του πλάσματος ήταν καλυμμένο με ένα μαύρο ύφασμα χωρίς αρχή και τέλος. Στην πραγματικότητα δεν φαινόταν καν να έχει σώμα, τόσο αέρινο και ισχνό ήταν. Το χειρότερο όμως ήταν ότι δεν φαινόταν καν πρόσωπο. Ήταν όλο καλυμμένο από μια τεράστια κουκούλα, επιδέξια κι επίτηδες ριγμένη πολύ χαμηλά. «Πού πάμε;» ψέλλισε ο Χριστόφορος, αν και γνώριζε πως δεν θα έπαιρνε καμία απάντηση.
συνεχίζεται......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου